Αυτή η γενναία αποφασιστικότητα στη ζωή των ανθρώπων εκείνων που ο Θεός χρησιμοποιεί στην αναζωπύρωση, φαίνεται από την τόλμη τους στην προσευχή. Ποτέ δεν είναι επιπόλαιοι και αμελείς ενώπιον του Θεού, αλλά ούτε υπερόπτες ή υπερβολικά άνετοι. Έχουν όμως θάρρος. Η πεποίθηση και η επιμονή του Εζεκία μπροστά στο Θεό φαίνεται στην προσευχή του, όταν ο Σενναχειρείμ, ο βασιλιάς της Ασσυρίας, απείλησε την πόλη. Ο Εζεκίας γνώριζε την υπέρτατη δύναμη του Θεού και πάνω σ' αυτή τη βάση στάθηκε. Πρόσμενε τον Κύριο να ενεργήσει. Μάλιστα το απαίτησε. «Και προσηυχήθη ενώπιον του Κυρίου ο Εζεκίας, λέγων, Κύριε Θεέ του Ισραήλ, ο καθήμενος επί των χερουβείμ, συ αυτός είσαι ο Θεός, ο μόνος, πάντων των βασιλείων της γης. Συ έκαμες τον ουρανόν και την γην. Κλίνον, Κύριε, το ους σου και άκουσον. Άνοιξον, Κύριε, τους οφθαλμούς σου και ιδέ. Και άκουσον τους λόγους του Σενναχειρείμ, όστις απέστειλε τούτον να ονειδίση τον ζώντα Θεόν. . Τώρα λοιπόν, Κύριε Θεέ ημών, σώσον ημάς, δέομαι, εκ της χειρός αυτού. Διά να γνωρίσωσι πάντα τα βασίλεια της γης, ότι συ είσαι Κύριος ο Θεός, ο μόνος.» (Β' Βασ. 19/ιθ':15-16,19)
Ίσως είχε διδαχθεί αυτό τον γεμάτο παρρησία τρόπο προσευχής από τον Ησαΐα, ο οποίος, όταν ικέτευε για αναζωπύρωση, αναγνώριζε τον ίδιο παντοδύναμο Θεό και επέμενε για να λάβει μία απάντηση:
Αλλά τώρα, Κύριε, συ είσαι ο Πατήρ ημών.
Ημείς είμεθα ο πηλός και συ ο Πλάστης ημών.
Και πάντες είμεθα το έργον της χειρός σου. .
Ο άγιος ημών και ο ωραίος ημών οίκος,
εν ω οι πατέρες ημών σε εδοξολόγουν, κατεκάη εν πυρί.
Και πάντα τα εις ημάς αγαπητά ηφανίσθησαν.
Θέλεις, Κύριε, κρατήσει σεαυτόν εν τούτοις;
Θέλεις σιωπήσει και θέλεις θλίψει ημάς έως σφόδρα;»
(Ησα. 64/ξδ':8,11-12)
Μία από τις πιο δυναμικές προσευχές που καταγράφονται στην Αγία Γραφή προέρχεται από τα χείλη του Δανιήλ, ο οποίος εξομολογήθηκε την αμαρτία του χωρίς να κρυφτεί (Δαν. 9/θ':1-16) κι έπειτα με θάρρος ικέτευσε το Θεό να απαντήσει: «Τώρα λοιπόν εισάκουσον, Θεέ ημών, την προσευχήν του δούλου σου και τας δεήσεις αυτού, και επίλαμψον το πρόσωπόν σου, ένεκεν του Κυρίου, επί το ηρημωμένον αγιαστήριόν σου. Κλίνον, Θεέ μου, το ωτίον σου και άκουσον. Άνοιξον τους οφθαλμούς σου και ιδέ τας ερημώσεις ημών και την πόλιν, επί την οποίαν εκλήθη το όνομά σου. Διότι ημείς δεν προσφέρομεν τας ικεσίας ημών ενώπιόν σου διά τας δικαιοσύνας ημών, αλλά διά τους πολλούς οικτιρμούς σου. Κύριε, εισάκουσον. Κύριε, συγχώρησον. Κύριε, ακροάσθητι και κάμε. Μη χρονίσης, ένεκέν σου, Θεέ μου. Διότι το όνομά σου εκλήθη επί την πόλιν σου και επί τον λαόν σου.» (Δαν. 9/θ':17-19)
Όλα τα στοιχεία μιας μεγάλης και γεμάτης πίστη προσευχής βρίσκονται στην κραυγή του Δανιήλ. Η ειλικρινής εξομολόγηση της αμαρτίας και η παντελής έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό του παρουσιάζουν αντίθεση με τη γνώμη του Δανιήλ ότι ο Θεός πρέπει να απαντήσει για να υπερασπιστεί το μεγάλο Του όνομα και την τιμή Του.
Δεν μας εκπλήσσει που βρίσκουμε την ίδια μορφή προσευχής στην ιστορία της νεοσύστατης εκκλησίας στο βιβλίο των Πράξεων. Παρά την άγρια αντίδραση που είχε ξεσηκωθεί, οι Χριστιανοί πρόσμεναν ο Παντοδύναμος Θεός τους να ενεργήσει γι' αυτούς: «Είπας διά στόματος Δαβίδ του δούλου σου. Δια τι εφρύαξαν τα έθνη και οι λαοί εμελέτησαν μάταια; Και τώρα, Κύριε, βλέψον εις τας απειλάς αυτών και δος εις τους δούλους σου να λαλώσι τον λόγον σου μετά πάσης παρρησίας, εκτείνων την χείρα σου εις θεραπείαν και γινομένων σημείων και τεραστίων διά του ονόματος του αγίου Παιδός σου Ιησού.» (Πραξ. 4/δ':25, 29-30) Επειδή η προσευχή στην πρώτη εκκλησία δεν ήταν από επιλογή, αλλά από ανάγκη. Ήταν αφοσιωμένοι σ' αυτήν. 'Ενέμεναν' σ' αυτήν (Πραξ. 2/β':42) και το οριστικό άρθρο μπροστά από τις προσευχές στα εδάφια Πραξ. 1/α':14, 2/β':42 και 6/ς':4 δηλώνει τη διάπραξη κοινών, ομαδικών προσευχών.
Δεν χρειάζεται να διαβάσεις πολύ από την ιστορία μιας αναζωπύρωσης για να ανακαλύψεις ότι μέρος του αναπόφευκτου αποτελέσματος μιας έκχυσης του Πνεύματος δεν είναι μόνο η προσευχή, αλλά, βλέποντάς το από μία ανθρώπινη σκοπιά, είναι και μια απλή και η πιο σημαντική αιτία.
«Ούτος (ο βασιλιάς Εζεκίας) εν τω πρώτω έτει της βασιλείας αυτού, τον πρώτον μήνα, ήνοιξε τας θύρας του οίκου του Κυρίου, και επεσκεύασεν αυτάς.» (Β' Χρον. 29/κθ':3) Το γεγονός ότι αυτή είναι η πρώτη καταγραμμένη πράξη της βασιλείας του δείχνει ότι το είχε βάλει σαν προτεραιότητα. Ανοίγοντας τις θύρες του ναού έδειχνε ότι εδραίωνε ξανά τη σχέση τη δική του και του λαού με το Θεό, επειδή ο Άγιος Τόπος ήταν ο ναός κι εκεί ήταν που ο αρχιερέας έφερνε τις προσευχές του έθνους ενώπιον του Θεού. Ο Εζεκίας ξεκίνησε μ' αυτό γιατί γνώριζε ότι αυτή ήταν η ρίζα στο πρόβλημα του λαού: «Διότι οι πατέρες ημών παρηνόμησαν και έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου του Θεού ημών και εγκατέλιπον αυτόν, και απέστρεψαν τα πρόσωπα αυτών από του κατοικητηρίου του Κυρίου και έστρεψαν τα νώτα.» (εδ. 6) Αυτή ήταν η αμαρτία τους, η έλλειψη προσευχής. Και ο Εζεκίας ξεκίνησε μ' αυτό το σημείο. Δεν μπορούμε να δώσουμε περισσότερη έμφαση σ' αυτό. Αυτό που έκανε ο Εζεκίας μ' αυτή του την ενέργεια να ανοίξει ξανά το ναό σήμαινε να φέρει ξανά τον εαυτό του πίσω σε μια αληθινή και γεμάτη προσευχή σχέση με το Θεό. Αυτοί που ο Θεός χρησιμοποιεί στην αναζωπύρωση είναι άντρες και γυναίκες προσευχής. Αυτή είναι η μεγαλύτερη προτεραιότητά τους. Αυτό είναι αλήθεια και για μια κοινωνία. Αν θέλουμε πραγματικά το Θεό με αναζωπύρωση, πρέπει να το ζητήσουμε. Το βασικό μας πρόβλημα σήμερα ίσως είναι ένα πολύ απλό: «Δεν έχετε, επειδή δεν ζητείτε.» Και όταν το ζητάμε, το κάνουμε με μισή καρδιά και με ανειλικρίνεια, «διότι κακώς ζητείτε» (Ιακ. 4/δ':2-3). Θέλουμε αναζωπύρωση για να βελτιώσουμε την υπόληψή μας, για να υποστηρίξουμε τη θεολογία μας, για να προστεθούν άνθρωποι στο δόγμα μας, ή απλά για να πάρουμε κουράγιο και να αναζωογονηθούμε. Με άλλα λόγια, θέλουμε αναζωπύρωση για τον εαυτό μας και όχι για το Θεό.
Όταν το Άγιο Πνεύμα γέμισε τους 120 την ημέρα της Πεντηκοστής, βρίσκονταν σε κατάσταση απεγνωσμένης προσευχής. Και χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη «απεγνωσμένη» με προσοχή. Ο Κύριός μας τους άφησε μόνους και πρέπει να τους φάνηκε σαν αιωνιότητα. Ήταν τρομοκρατημένοι από τους Ιουδαίους και τους Ρωμαίους και σ' αυτή τη συγκεκριμένη περίσταση είχαν κλειδωθεί στο ανώγειο. Αυτή ήταν η κατάσταση που ο Θεός τους ήθελε. Τους ήθελε να έρθουν στο τέρμα των δικών τους επινοήσεων και με πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης στον εαυτό τους. Πρέπει να προσεύχονταν με απόγνωση. Αυτή ήταν η στιγμή που ήρθε ο Θεός. Σήμερα μέσα στις εκκλησίες στη χώρα μας γενικά δεν έχουμε φτάσει ακόμα αυτό το σημείο. Έχουμε καλύψει την αποτυχία μας με επιδεικτικούς ισχυρισμούς και εντυπωσιακές τεχνικές για να τραβήξουμε την προσοχή. Μόνο όταν αντιληφθούμε και παραδεχτούμε την πραγματική μας κατάσταση, θα ποθήσουμε την αναζωπύρωση. Η προσευχή για αναζωπύρωση δεν είναι αρκετή. Πρέπει να την ποθήσουμε και να την ποθήσουμε έντονα. Έχουμε συναθροίσεις προσευχής για αναζωπύρωση, αλλά ούτε σίγουροι είμαστε ότι ο Θεός είναι πρόθυμος να απαντήσει, ούτε είμαστε απεγνωσμένοι για την απάντηση.
Περιγράφοντας πώς έρχεται μια αναζωπύρωση, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το ρόλο που παίζει η επίμονη προσευχή και η γεμάτη πεποίθηση προσμονή. Πρέπει να υπάρχει, ιδιαίτερα ανάμεσα στους εργάτες, η αποφασιστικότητα ότι ο Θεός θα έρθει, ότι πρέπει να έρθει. Ο William Bramwell ήταν τυπικός σ' αυτό. Ένας δυναμικός κήρυκας προς το τέλος του 18ου αιώνα και τα πρώτα 20 χρόνια του 19ου, ο Bramwell βρισκόταν σε περιοδεία στο Dewsbury κηρύττοντας και έχοντας τον πόθο να έρθει ο Θεός με αναζωπύρωση. Προσευχόταν διακαώς γι' αυτό όταν ο Θεός του έδωσε τη βεβαιότητα ότι η αναζωπύρωση, η οποία στην πραγματικότητα ξέσπασε το 1792, θα ερχόταν. Όπως περιγράφει ο ίδιος: «Καθώς προσευχόμουν στο δωμάτιό μου, έλαβα μία απάντηση από το Θεό με χαρακτηριστικό τρόπο και μου αποκαλύφθηκε ο χαρακτήρας και τα αποτελέσματα της αναζωπύρωσης. Δεν είχα πλέον αμφιβολία. Όλη μου η θλίψη έφυγε. Μπορούσα να πω: 'Ο Κύριος θα έρθει. Το ξέρω ότι θα έρθει και αυτό θα γίνει ξαφνικά.'»1
Ο Duncan Campbell ισχυρίστηκε: «Η επιθυμία για αναζωπύρωση είναι το ένα πράγμα. Η γεμάτη πεποίθηση προσδοκία ότι ο πόθος μας θα εκπληρωθεί, είναι το άλλο.»2 Ο Θεός συχνά φέρνει το λαό Του σε σημείο απόγνωσης πριν στείλει την αναζωπύρωση. Μόνο τότε θα μάθουν ότι: «Χωρίς Εμένα δεν μπορείς να κάνεις τίποτα.»
Πριν χρησιμοποιηθεί ο Thomas Charles στην αναζωπύρωση στη Bala, στη Βόρειο Ουαλία το Δεκέμβριο του 1791, εξέφρασε την άποψη ότι: «Αν δεν ελεηθούμε από τακτικές αναζωπυρώσεις και μία δυνατή και αποτελεσματική εργασία του Πνεύματος του Θεού, θα ολισθαίνουμε. Η θρησκεία σύντομα θα χάσει τη δύναμή της. Η διακονία με δυσκολία θα διατηρεί τη λάμψη και τη δόξα της. Και σαν συνέπεια, η ανομία θα πληθυνθεί.»3
Το 1739 ο David Brainerd πάλεψε με το Θεό όλη τη νύχτα για τους Ινδιάνους της Βορείου Αμερικής: «Λαχταρούσα έντονα να δω το όνομα του Θεού να ονομάζεται ανάμεσα στους ειδωλολάτρες. Μάλιστα δεν με έλκυε η χαρά αυτού του κόσμου. Δεν μ' ένοιαζε πού ή πώς ζούσα, ή τι δυσκολίες περνούσα, μόνο να μπορώ να κερδίζω ψυχές για το Χριστό. Συνέχισα σ' αυτό το πλαίσιο όλο βράδυ και όλη τη νύχτα. Όταν με πήρε ο ύπνος ονειρευόμουν αυτά τα πράγματα και όταν ξυπνούσα (κάτι που έκανα συχνά), το πρώτο πράγμα που σκεφτόμουν ήταν αυτό το μεγάλο έργο να παρακαλώ το Θεό ενάντια στο σατανά.»4 Το επόμενο πρωί επέστρεψε στους Ινδιάνους του με «δυνατή ελπίδα ότι ο Θεός θα σήκωνε τα βάρη και θα ερχόταν να κάνει κάποιο θαυμάσιο έργο ανάμεσα στους ειδωλολάτρες.» Την επόμενη μέρα ο άγριος χορός τους μεταμορφώθηκε πρώτα σε μετάνοια για την αμαρτία και μετά χαρά για τη σωτηρία.
Ο John Wesley γράφει για μία συνάθροιση στο Fetter Lane, όπου ήταν μαζί με τον αδελφό του Charles και το George Whitefield: «Γύρω στις 3 το πρωί, καθώς συνεχίζαμε σταθερά στην προσευχή, η δύναμη του Θεού ήρθε επάνω μας σθεναρά, σε τέτοιο βαθμό που πολλοί έκλαιγαν από την υπερβολική χαρά και πολλοί έπεφταν στο έδαφος.»5 Ο George Whitefield έγραψε σε μία λίστα στο ημερολόγιό του αυτές τις πράξεις που θα έπρεπε να κρίνει τον εαυτό του κάθε μέρα. Υπήρχαν 15 πράγματα και τα πρώτα τρία αφορούσαν τη ζωή της προσευχής του. Το πρώτο ήταν: 'Είμαι θερμός στην προσωπική μου προσευχή;'. Το δεύτερο ήταν: 'Έχω καλύψει τις ώρες προσευχής, που πρέπει να κάνω;1 Το ημερολόγιο του Whitefield δείχνει ότι οι τακτικές ώρες προσευχής του ήταν το πρωί, το μεσημέρι και τη νύχτα. Κρατούσε όμως αυτές τις ώρες, ως ελάχιστο όριο, με αυστηρή πειθαρχία. Ο Jonathan Edwards υποστήριζε ότι οι άνθρωποι γίνονται μεγάλες ευλογίες μέσα στον κόσμο μέσα από την οικειότητα που έχουν με τον ουρανό. Η προσεκτικά πειθαρχημένη ζωή προσευχής που είχε, έγινε παράδειγμα της παραπάνω ρήσης του στην εκκλησία του στο Northampton της Νέας Αγγλίας. Σχεδόν ένα αιώνα μετά που ο Edwards είδε την πρώτη αναζωπύρωση στη Νέα Αγγλία, ο Daniel Baker χρησιμοποιήθηκε δυναμικά από το Θεό στην ίδια ήπειρο. Μετά που έγινε ποιμένας στην Ανεξάρτητη Εκκλησία στη Savannah το 1828 αφιέρωσε μία μέρα «σε νηστεία, ταπείνωση και προσευχή». Το μέρος που διάλεξε για να το κάνει αυτό ήταν πάνω σε μία ταφόπλακα σε ένα κοιμητήριο νέγρων, που όμως έγινε Βαιθήλ! Το παγωμένο εκκλησίασμά του αναζωπυρώθηκε, η διακονία του μεταμορφώθηκε και μέχρι το θάνατό του, το 1857, ο Baker έβλεπε το χέρι του Θεού συνεχώς πάνω στη διακονία του και εκατοντάδες να πιστεύουν.
Λέγεται για τον David Morgan ότι για δέκα χρόνια πριν το 1858 ποτέ δεν είχε προσευχηθεί δημόσια χωρίς να προσευχηθεί για αναζωπύρωση.7 Το 1904 ο Joseph Jenkins στο Cardiganshire της Ουαλίας προσευχόταν για την αδιάφορη νεολαία της εκκλησίας του, μερικές φορές χάνοντας εντελώς την αίσθηση του χρόνου. Ο Jenkins είχε διαβάσει το βιβλίο του Andrew Murray 'Με το Χριστό στο σχολείο της προσευχής' και είχε μπει μέσα του έλεγχος για το ότι δεν είχε εκπληρώσει το καθήκον του ως εργάτης. Άρχισε να προσεύχεται, όπως ποτέ άλλοτε, μέχρι που ο Θεός κατέβηκε.8 Σχολιάζοντας αυτή την αναζωπύρωση στην Ουαλία το 1904 ο R.B.Jones κοίταξε πίσω στα τελευταία χρόνια του προηγούμενου αιώνα. Από το 1897 πολλοί νεότεροι εργάτες συναθροίζονταν για να προσευχηθούν για αναζωπύρωση: «Αυτή η ομάδα αύξησε την πείνα της, φέρνοντάς την εν τέλει σε βαθμό απόγνωσης.»9 Ένας εργάτης θυμήθηκε ότι ένα Σάββατο βράδυ όταν τέλειωσε την προετοιμασία του για το κήρυγμα, αφιέρωσε χρόνο στην προσευχή και εκεί ήρθε επάνω του μια τέτοια δύναμη, που τον έκανε να συντριφτεί και να ξεσπάσει σε κλάματα και μια προσευχή αγωνίας.
1 Preaching and Revival, σελ.45
2 Woosley, Duncan Campbell, σελ.113
3 Preaching and Revival, σελ. 93
4 Page, David Brainerd, σελ. 58
5 Vulliamy, John Wesley, σελ. 125
6 Dallimore, George Whitefield, τόμος 1, σελ. 80-81
7 Evans, When He is Come, σελ. 25
8 Evans, The Welsh Revival of 1904, σελ. 57
9 Jones, Rent Heavens