Site hosted by Angelfire.com: Build your free website today!
Ιστορίες Τραγουδιστικής Νοσταλγίας!

του Τάκη Μπίνη.


Όταν ήμουν παιδί του δημοτικού σχολείου, η μάνα μου μου έδινε κάθε Κυριακή μια δραχμή και πήγαινα στον Καραγκιόζη. Είχα δει πολλές παραστάσεις του Καραγκιόζη, αλλά αυτή που με είχε εντυπωσιάσει και έμεινε χαραγμένη μέχρι σήμερα στο μυαλό μου ήταν αυτή που ο Καραγκιόζης είχε απαγάγει το παιδί του Βεζύρη για να ζητήσει λύτρα. Ο Καραγκιόζης είχε μπει κρυφά στο σαράι του Βεζύρη, ξεμονάχιασε το μικρό βεζυρόπουλο και του έλεγε την ιστορία ενός βασιλόπουλου που καβάλα στο άλογο του έκλεψε τη βασιλοπούλα. Άρχισε ο Καραγκιόζης να περπατά με τα τέσσερα παριστάνοντας το άλογο κι έβαλε στην πλάτη του το βεζυρόπουλο, σαν να ήταν το βασιλόπουλο, και φώναζε "τάκα τάκα τα πεταλάκια, ντρίνγκι ντρίνγκι τα κουδουνάκια".
Πέρασαν από τότε είκοσι χρόνια και ήταν χειμώνας του 1949-50, ήμουν 26 στα 27 χρόνια μου και δούλευα με τον Μανώλη Χιώτη στο πρώτο κοσμικό κέντρο της τότε Αθήνας, στο "ΠΙΓΚΑΛ'Σ", Πατησίων 14. Η συνεργασία και η φιλία μας με τον Χιώτη ήταν μακρόχρονη και εγώ ήμουν στο ζενίθ της καριέρας μου, είχα κάνει πάρα πολλές επιτυχίες με όλους τους παλιούς συνθέτες και αρκετές με τον Χιώτη. Εγώ έμενα σ' ένα ξενοδοχείο στην πλατεία Βάθης κι ο Χιώτης είχε ένα ωραίο διαμέρισμα στην οδό Ιπποκράτους, όπου περνούσαμε τα απογεύματα μας και κάναμε πρόβες. Ένα βράδι στο μαγαζί μου είπε ο Χιώτης. "Αύριο έλα πιο νωρίς στο σπίτι για να σου περάσω ένα καινούριο τραγούδι που θα κάνει μπαμ". Πράγματι, μόλις ξύπνησα πήρα ταξί και πήγα στο σπίτι του Χιώτη. Ήπιαμε καφέ, φουμάραμε καμιά δεκαριά τσιγάρα και μετά του είπα. "Είμαι έτοιμος ν' ακούσω το τραγούδι που θα κάνει μπαμ". Παίρνει ο Χιώτης το μπουζούκι στα χέρια του, τρίχορδο τότε, κάνει μια πολύ δύσκολη εισαγωγή κι αρχίζει να τραγουδά: "Για να βρεις κυρά μου γούστα, πάμε τσάρκα με τη σούστα, να κρατάς το χαλινάρι, όλο σκέρτσο και καμάρι, τάκα τάκα τα πεταλάκια, ντρίνγκι ντρίνγκι τα κουδουνάκια". Εγώ μόλις άκουσα το τάκα τάκα τα πεταλάκια μού 'ρθε στον νου ο Καραγκιόζης κι αμέσως φούντωσε το κεφάλι μου και του είπα: "Άντε χάσου ρε κι εσύ και το τραγούδι σου, τις σαχλαμάρες του Καραγκιόζη να τις πεις εσύ, όχι εγώ". Ο Χιώτης με κοίταζε έκπληκτος, ενώ εγώ του έκλεισα την πόρτα με δύναμη κι έφυγα. Το βράδι στο μαγαζί ο Χιώτης μου είπε: "Ρε Τάκη, τρελάθηκες; Εξήγησε μου τι συμβαίνει; Γιατί κοπάνησες την πόρτα έτσι κι έφυγες". Κι εγώ του απάντησα: "Μανώλη, όσα τραγούδια έχω πει μέχρι τώρα είναι όλα παλικαρίσια κι έγιναν τα πιο πολλά σουξέ, τώρα θέλεις να γελοιοποιηθώ τραγουδώντας το τραγούδι του Καραγκιόζη;", και του είπα την παράσταση που είχα δει πιτσιρίκος με τον Καραγκιόζη. Ο Χιώτης, που ήταν πολύ πιο έξυπνος και ήρεμος από μένα, προσπάθησε να με πείσει πως το τραγούδι ήταν καλό και θα γινόταν επιτυχία, αλλά εγώ ήμουν ανένδοτος. Τα επόμενα βράδια δεν του 'λεγα ούτε καλησπέρα, δεν ξέρω πως μου 'χε κολλήσει η ιδέα πως το τραγούδι ήταν γελοίο. Ένα απόγευμα, στο μπαράκι του Μάριου, Ίωνος 6, που ήταν το στέκι μας, με φώναξε ο Σπύρος Περιστέρης που ήταν ο μαέστρος της εταιρίας Οdeon του Μάτσα και μου είπε: "Την Πέμπτη να είσαι έτοιμος να βάλεις το τραγούδι του Χιώτη" "Κυρ Σπύρο -του είπα- δεν το λέω αυτό το ανόητο τραγούδι". Ο Περιστέρης θυμωμένος μου είπε: "θα το πεις και θα το χορέψεις". Το βράδι στη δουλειά μου είπε ο Χιώτης: " Έλα αύριο να περά­σεις το τραγούδι γιατί την Πεμπτη έχουμε φωνοληψια". Έκανα τον βαρύ - δεν του απάντησα. Την άλλη μέρα πήγα στον Μίνω Μάτσα, που ήταν στην Αττική αγορά στη Σταδίου, και του παραπονέθηκα πως δεν μου ταίριαζε αυτό το τραγούδι. Ο αείμνηστος Μίνως Μάτσας μου φέρθηκε σαν πατέρας. "Κάτσε κάτω Δημητράκη", μου είπε και μου έδειξε την καρέκλα απέναντι του. "Οι καλλιτέχνες κάνουν καριέρα και φεύγοντας τα χρόνια φεύγουν κι αυτοί γιατί έρχο­νται άλλοι. Όσοι όμως δεν έχουν μυαλό φεύγουν πριν την ώρα τους γιατί μπαίνουν στο ράφι, κατάλαβες παιδί μου; Λοιπόν, την Πέμπτη θα είσαι έτοιμος να γράψεις το τραγούδι του Χιώτη και αν είναι καλό ή κακό το τραγούδι είναι δική μου δουλειά". Αυτά μου είπε ο Μάτσας κι εγώ με σκυμμένο κεφάλι έφυγα.
Την Πέμπτη πήγα πρωί στο στούντιο, μετά τη δουλειά, άυπνος και μισομεθυσμένος. "Αρχίζουμε με τα πεταλάκια", είπε ο ηχολήπτης, ο αξέχαστος Αρεταίος. Ήταν μαζί μου και η Άννα Χρυσάφη για να κάνει δεύτερες φωνές στα ρεφρέν. Στο μυαλό μου στριφογύριζαν διάφορες σκέψεις, πώς να το χαλάσω αυτό το άθλιο τραγούδι. Χάλασα δυο κεριά με διάφορα φάλτσα, αλλά στο τρίτο βλέπω τον Μάτσα και βγαίνει από τα ηχοληπτικά μηχανήματα και αγριεμένος μου είπε: "Όχι άλλο κερί Μπίνη, ό,τι βγει αυτό θα μείνει, λοιπόν πρόσεξε". Το είπα και για κακή μου τύχη βγήκε πολύ καλό που καλύτερα δε θα μπορούσα να το πω. Τελείωσα και κάτι άλλα τραγούδια που είχα να πω και απόγευμα μπήκα στο λεωφορείο και κατέβηκα στην Ομόνοια, άναψα ένα κεράκι και προσευχήθηκα να μην πουληθεί ούτε ένας δίσκος για να δικαιωθώ τουλάχιστον στον Χιώτη. Σε δεκαπέντε μέρες κυκλοφόρησε ο δίσκος και τα δύο-τρία δισκάδικα που υπήρχαν τότε στην Αθήνα δεν πουλούσαν ούτε για τα μάτια έναν δίσκο. Εγώ χαιρόμουν και εξακολουθούσα να παρακαλώ τον θεό να μην πουληθεί δίσκος. Ήταν αρχές Φεβρουαρίου 1950 όταν έκανα το τελευταίο πέρασμα από τα δισκάδικα να μάθω νεότερα και με μεγάλη λύπη άκουσα τον πρώτο δισκοπώλη να μου λέει πως είχε πέντε δίσκους και πουλήθηκαν, οπότε παρήγγειλε άλλους δέκα. Στο δεύτερο δισκάδικο τα ίδια, είχε επτά δίσκους και τού 'μεινε ένας και ήταν έτοιμος για παραγγελία. Άρχισα να ανησυχώ, περίεργο ύστερα οπό τρεις μήνες πουλήθηκαν οι δίσκοι. Τηλεφώνησα σε γνωστό μου δισκάδικο στη θεσσαλονίκη και μου είπαν τα ίδια, δηλ. "είχαμε δέκα δίσκους και φύγανε αυτήν την εβδομάδα". Σε λίγες μέρες έπρεπε να πάω στο στούντιο να γραμμοφωνήσω δύο τραγούδια του Τσιτσάνη.
Ήταν Τρίτη και 13 Φεβρουαρίου, μέρα που μού 'φυγε η μαγκιά και ο εγωισμός. Πήγα πρώτος στο στούντιο, πρωί πρωί μετά τη δουλειά, και είπα της κυρά Λένης που είχε τον μπουφέ: "Κυρά Λένη, φτιάξε μου έναν καφέ πικρό να συνέλθω". Άκουσα την πρέσα του εργοστασίου να δουλεύει και ρώτησα την κυρά Λένη: "Ξενύχτι είχατε, ακούω την πρέσα να δουλεύει", και μου είπε: "Ναι, από χθες κόβουν μεγάλη παραγγελία για την Οdeon". Αφήνω τον καφέ και πάω στην πρέσα να μάθω ποιο τραγούδι ήταν αυτό. "Καλημέρα κυρ Κώστα", λέω σ' ένα τεχνικό, "τι βλέπω εδώ, χιλιάδες δίσκοι, ποιο τραγούδι είναι;". "Εσύ είσαι, κύριε Μπίνη, με τα πεταλάκια, έχουμε επείγουσα παραγγελία πέντε χιλιάδες δίσκους". Λύγισαν τα γόνατα μου, μού 'ρθε ζάλη στο κεφάλι και πάω στον μπουφέ και λέω της κυρά Λένης: "Φτιάξε μου κι άλλο καφέ σκέτο φαρμάκι". Το βράδι στο μαγαζί ο Χιώτης χαρούμενος και καμαρωτός μου είπε: "Εξυπνάκια και χοντροκέφαλε, τά 'μαθες τα νέα;". "Δεν ξέρω τίποτα", του είπα. "Ε, πώς, αφού είχες φωνοληψία και ήσουν στο εργοστάσιο, δεν έμαθες τίποτα;". Εγώ έκανα πάλι τον ανήξερο. "Πέντε χιλιάδες δίσκοι κόπηκαν και πάμε για άλλους πέντε χιλιάδες". Δέκα χιλιάδες και άνω εκείνη την εποχή ήταν ρεκόρ. Σε λίγες μέρες άρχισαν να το ζητούν οι πελάτες στο μαγαζί και αναγκαστικά έπρεπε να το τραγουδώ. Ήρθε βραδιά που το τραγούδησα πέντε-έξι φορές, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς γιατί οι παραγγελίες τότε ήταν πληρωμένες.
Όταν μια μέρα πήγα στον Μάτσα για να πληρωθώ, μου είπε ο Μάτσας ειρωνικά: "Τι χαμπάρια, Δημητράκη; Έμαθες πως πρέπει να μετράς πρώτα το πάπλωμα και μετά ν' απλώνεις τα πόδια σου;". Το ίδιο ειρωνικά μου μίλησε κι ο μαέστρος Περιστέρης. Το 1951 το τραγούδι αυτό είχε περάσει τις είκοσι χιλιάδες και το τραγουδούσε όλη η Ελλάδα, ακόμη και τα παιδιά του σχολείου.




Επιστροφή στα "άρθρα"

Επιστροφή στο αρχικό μενού