Site hosted by Angelfire.com: Build your free website today!
 

ΕΥΑΓΓ.Δ.ΠΟΛΛΑΤΟΥ

ΔΑΣΟΛΟΓΟΥ-ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΛΟΓΟΥ
ΑΡΙΣΤΟΤ.ΠΑΝΕΠ.ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

 
 

 

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΤΑΝΙΚΗΣ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Βοτανική ειναι η Επιστήμη που ασχολείται με την μελέτη γενικώς των φυτών, τόσο αυτών που υπάρχουν τώρα, όσο και εκείνων που υπήρχαν σε παλαιότερες εποχές.

Η Επιστήμη της Βοτανικής διαιρείται σε δύο μεγάλους κλάδους, κάθε ένας απ' τους οποίους περιλαμβάνει ορισμένο αριθμό επιμέρους Επιστημών. Ετσι διαιρείται ως ακολούθως:

Ι)Θεωρητική Βοτανική

Α)Γενική Βοτανική

Α1)Μορφολογία εξωτερική

Α2)Μορφολογία εσωτερική

α1)Ανατομία

α2)Κυτταρολογία

α3)Ιστολογία

α4)Οργανογραφία

Α3)Φυσιολογία

Α4)Οικολογία

Β)Ειδική Βοτανική

Β1)Συστηματική Βοτανική (Φυλογενετική Βοτανική)

Β2)Φυτογεωγραφία (Βοτανική Γεωγραφία)

Β3)Φυτοπαλαιοντολογία (Βοτανική Παλαιοντολογιά ή Παλαιοβοτανική)

ΙΙ)Εφηρμοσμένη Βοτανική

Α)Φαρμακευτική Βοτανική (Φαρμακογνωσία)

Β)Γεωργική Βοτανική (Οικονομική Βοτανική)

Γ)Δασική Βοτανική (Τεχνική Βοτανική)

Δ)Αισθητική Βοτανική (Ανθοκομία)

Ε)Φυτοπαθολογία (Φυτονοσολογία)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Προϊστορία και αρχές της Επιστήμης. (Μέχρι το 1200 π.Χ.)

Προϊστορία

Πριν ακόμη διαμορφωθή πλήρως η Βοτανική σε καθαρή Επιστήμη, προηγήθηκαν μεγάλες περίοδοι και στάδια απασχολήσεως του ανθρώπου με τα φυτά και με έργα μελέτης ανάλογα των γνώσεων που διέθετε τότε, πράγμα που συνετέλεσε στο να δημιουργηθούν οι βάσεις για την ίδρυση της Βοτανικής.

Εκείνο που οδήγησε τον άνθρωπο στο να ασχοληθή με τα φυτά ήταν, αφ' ενός μέν η φροντίδα για εξασφάλιση τροφής και υλικών απο τα φυτά για τις ανάγκες του, αφ' ετέρου δε η εύρεση φαρμάκων απο τα φυτά για θεραπευτικούς σκοπούς.

Σαν παραδείγματα της απασχολήσεως του ανθρώπου με τα φυτά, πριν ακόμη διαμορφωθή Η Βοτανική σε Επιστήμη, αναφέρονται τα ακόλουθα:

Οι Αλμέριοι, που ήταν ο πρώτος λαός στην Δυτική Μεσόγειο κατα την Νεολιθική εποχή, καλλιεργούσαν την ελιά ενώ υπάρχουν ενδείξεις οτι μάζευαν και αγριοστάφυλλα. Επίσης ησαν καλοί εργάτες του ξύλου της Πεύκης που σκέπαζε τότε τους λόφους της Νότιας Ισπανίας, ενώ σαν γεωργοί καλλιεργούσαν συστηματικά τα δημητριακά αποθηκεύοντας τον καρπό σε λάκκους.

Οι ενδείξεις βέβαια δεν περιορίζονται μόνο στούς Αλμερίους. Ο αγροδίαιτος βίος του ανθρώπου της Νεολιθικής εποχής τον ανάγκασε να αναπτύξη την καλλιέργεια του σταριού, καλαμποκιού και του κεχριού σ' όλη την Ευρώπη και την Ασία. Οι άγριες ρίζες αποτελούσαν ένα σημαντικό συμπλήρωμα της διατροφής του. Λίγα όμως είναι γνωστά όπως οτι το καρώτο ήταν ήδη γνωστό στην Ελβετία και την Γερμανία αυτή την εποχή και το ραπάνι ήταν γνωστό στην Αίγυπτο.

Οι ανάγκες σε τροφή οδήγησαν τον άνθρωπο της εποχής εκείνης στο να αναπτύξη διάφορες τεχνικές τόσο συλλογής καρπών απο οπωροφόρα δένδρα, όσο και διασταυρώσεων μεταξύ ειδών δένδρων, οι οποίες όμως δεν έδωσαν γρήγορα καρπούς που να μπορούν να διακριθούν από τις άγριες μορφές και έτσι τα πρώτα στάδια της οπωροκαλλιέργειας δεν μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε.

Από τα λίγα που γνωρίζουμε ειναι ότι οι παραδουνάβιοι λαοί έτρωγαν μικρά αγριόμηλα ενός είδους που φύεται στην Γερμανία ενώ οι κάτοικοι της Ελβετίας άλλο είδος μήλων, όπως επίσης αχλάδια, μικρά δαμάσκηνα και άγρια κεράσια. Πιστεύεται δέ ότι οι παραδουνάβιοι λαοί έφεραν την αγριοκερασιά στην Κεντρική Ευρώπη.

Οι καρυδιές φύτρωναν άγριες σαν δασικά δένδρα απο την Ελλάδα ώς την Κίνα, περνώντας απ' την Μ.Ασία, την Περσία και τα Ιμαλάϊα. Η καρυδιά όμως δεν αναπτύσσεται αυτοφυής βορειότερα απο τις Αλπεις, φαίνεται λοιπόν πως μεταφέρθηκε εκεί από τους κατοίκους των λιμναίων οικισμών της Ελβετίας.

Για την ελιά, οι πρώτες γνωστές ενδείξεις βρέθηκαν στις Νεολιθικές αποθέσεις του Ελ Γκαρσέλ στην Ν.Α.Ισπανία.

Κατα την ίδια περίοδο γίνονται γνωστά πάρα πολλά άλλα φυτά, που καλλιεργήθηκαν σε διάφορα μέρη του κόσμου.

Στο τέλος της Νεολιθικής περιόδου, η συσσώρευσις γνώσεων σχετικά με τα φυτά, οδήγησε στην αποτύπωση αυτών των γνώσεων πάνω σε πλάκες, σ' ανάγλυφα και σε αγγεία όπως έκαναν οι Κινέζοι, οι Ελληνες και οι λαοί της Μεσοποταμίας.
 
Αρχές της Επιστήμης

Εισερχόμενοι στην ιστορική περίοδο πλέον, οι ενδείξεις γίνονται αποδείξεις, ενώ αρχθζουν να υπάρχουν κείμενα, επιγραφές και διάφορα επιγράμματα καθώς και αρχαιολογικά ευρήματα.

Η άμπελος ήταν γνωστή πιά στην μ. Ασία, στον Νείλο, την Ευρώπη και την Μινωϊκή Κρήτη.

Η αγριελιά ήταν γνωστή τώρα και στην Παλαιστίνη, την Κρήτη και την Συρία. Από τα οπωροφόρα δένδρα, η συκιά, η μηλιά, η ροδιά, η ροδακινιά, η μουριά και φοίνικας, αρχίζουν να καλλιεργούνται αυτή την εποχή.

Οι τεχνίτες της εποχής είχαν αρχίσει να έχουν προτιμήσεις σε ορισμένα είδη ξυλείας για τις διάφορες κατασκευές. Στην Αίγυπτο επειδή οι ξυλουργοί δυσκολεύονταν από την έλλειψη καλής ντόπιας ξυλείας, αναγκάζονταν να εισάγουν ξυλεία απο άλλες χώρες. Μ' αυτή την ξυλεία κατασκεύαζαν σπίτια, ναούς, αντικείμενα και άλλα. Για την κατασκευή δε φερέτρων χρησιμοποιούσαν ξύλο μελιάς. Το ξύλο κέδρου χρησίμευε σαν οικοδομικό υλικό και στην Μεσοποταμία για την κατασκευή πολλών ναών.

Οι προτιμήσεις αυτές των ανθρώπων της ιστορικής περιόδου, η καλλιέργεια νέων ποικιλιών που βελτίωναν αισθητά την γεωργική παραγωγή, οι καλλιέργειες των οπωροφόρων δένδρων, οι συσσωρευόμενες γνώσεις γύρω απο τις ιδιότητες των φυτών, οδήγησαν στην καταγραφή αυτών σε διάφορα κείμενα.

Ετσι γεννιέται πλέον Η Βοτανική σαν φαρμακολογία στην αρχή, μιά που παρείχε γνώσεις για θεραπευτικές ιδιότητες των φυτών και κατόπιν σαν μιά επιστήμη συστηματικής καταγραφής των φυτων.

Το πιό αρχαίο Σουμεριακό ιατρικό κείμενο, μιά πινακίδα που χρονολογείται απο τα τελευταία χρόνια της 3ης χιλιετηρίδας π.Χ., δίνει διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα σε συνταγές. Στα 550 είδη φαρμάκων που αναφέρονται, τα 250 είναι φυτικά. Από δέ τα 5880 συστατικά που αναφέρονται στις συνταγές τα 4600 είναι φυτικής προελεύσεως.

Βρέθηκαν επίσης Ασσυριακές πινακίδες που απαριθμούν τα φυτά που θεωρούνται πως έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες. Αναφέρονται δέ σαν ναρκωτικά τό όπιο, το χασίς, η μπελλαντόνα, ο μανδραγόρας, το ψευδοκώνειο και άλλα. Γιά στομαχικές διαταραχές το χαμομήλι και ο απήγανος.

Το αλεύρι και τα σπέρματα ολόκληρα του σιναπιού, το σκάρφι, το ροδόνερο, η κάνναβις, ο ευκάλυπτος και άλλα βότανα χρησιμοποιήθηκαν εκτός απο τους Σουμέριους και απο άλλους λαούς.

Οι Βαβυλώνιοι χρησιμοποιούσαν για ορισμένες αρρώστειες τις ρίζες της οξυακάνθας ενώ οι Περουβιανοί χρησιμοποιούσαν αναισθητικό που προερχ'οταν απ' το φυτό Erythroxylon coca. Οι Ιρακουά θεράπευαν το σκορβούτο με τον φλοιό και τα φύλλα ενός είδους Ελάτης του Καναδά.

Εκτός βέβαια απο τις επιγραφές ή τα κείμενα που έδιναν συνταγές για φάρμακα απο φυτά, βρέθηκαν και Ασυυριακοί κατάλογοι πλήρεις φυτών που δεν ήσαν χρήσιμα στον γιατρό. Επίσης βρέθηκαν Χιττιτικά αντίγραφα Βαβυλωνιακών πινακίδων που εξηγούν καθαρά την καταγωγή ορισμένων φυτών που είχαν εισαχθή απο άλλες χώρες, όπως π.χ. το φυτό ρίκινος (Ricinus κοινώς ρετσινολαδιά) που εισήχθη απ' το Ελάμ και το φυτό καρδάμωμον (Elattaria κοινώς κακουλές) που εισήχθη απ΄την Μ. Ασία.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ 1ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

ΓΚΑΝΙΑΤΣΑ Κ: ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΒΟΤΑΝΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1977.

ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ "ΠΥΡΣΟΥ", ΑΘΗΝΑΙ 1926-1934.

BECKER.C: Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΣΤΗΝ Β. ΕΥΡΩΠΗ, JOURNAL OF THE WORLD HISTORY N.Y. 1955.

DALY. R: THE CHANGING WORLD OF THE ICE AGE, NEW HAVEN. 1934.

GARRISON F. H: HISTORY OF MEDICINE, PHILADELPHIA. 1929.

ΠΟΛΛΑΤΟΥ Ε:ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΟΝΟΜΑΤΩΝ ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΦΥΤΩΝ. (Αδημοσίευτο).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η Βοτανική απο το 1200 π.Χ. έως το 500 μ.Χ.

Εισερχόμενοι στην δεύτερη περίοδο της ιστορίας της Βοτανικής, κατ' αρχήν αντιμετωπίζομε πρόβλημα στην εύρεση διαφόρων έργων που να δίνουν στοιχεία για να μπορέσουμε να διαμορφώσουμε γνώμη σχετικά με την ανάπτυξη της Βοτανικής.

Τα στοιχεία είναι διάσπαρτα σε διάφορες πηγές συνήθως άσχετες με την Βοτανική. Ετσι, στην Ινδική Ρίγκ-Βέδα βρίσκομε ένα κατάλογο 1000 φυτών που αποτελούσαν υα φάρμακα της εποχής εκείνης. Οι γιατροί τότε, ζούσαν σε σπίτια στους κήπους των οποίων καλλιεργούσαν τα διάφορα θεραπευτικά βότανα.

Από την Ελληνική αρχαιότητα, τα στοιχεία ήσαν περισσότερα.Στα ποιήματα του Ομήρου αναφέρονται πάρα πολλά είδη φυτών, απο αυτά δέ τα περισσότερα ήσαν για θεραπευτικούς σκοπούς.

Με τον Αριστοτέλη όμως (384 π.Χ-322 π.Χ) εισερχόμεθα στην περίοδο της θεμελιώσεως υης Βοτανικής με βάση επιστημονικές μεθόδους. Το περίεργο πνεύμα ενδιαφερόταν για όλα. Εκανε παρατηρήσεις, αναλύσεις και με την βοήθεια των μαθητών του συνέλεξε στοιχεία για το φυτικό και ζωϊκό βασίλειο των χωρών του Αιγαίου και δημιούργησε τις πρώτες επιστημονικές συλλογές φυτών και ζώων.

Το έργο του συνέχισαν οι μαθητές του. Από αυτούς γνωστοί έγιναν οι : Θεόφραστος και Φαινίας και οι δύο απο την Ερεσσό. Ο Θεόφραστος (372 π.Χ-287 π.Χ) μετά απο κατανομή της εργασίας με τον δάσκαλό του, ασχολήθηκε με το φυτικό βασίλειο. Εγραψε μια κλασσική πραγματεία σε εννέα βιβλία, την "Ιστορία των Φυτών" με συστηματική περιγραφή διαφόρων φυτών, ιδίως εκείνων που σχετίζονταν με την αγροκαλλιέργεια και ένα θεωρητικότερο έργο με τίτλο "Τα αίτια των Φυτών".

Διαίρεσε όλα τα φυτά σε δένδρα, θάμνους και χόρτα και διεχώρισε τα κύρια μέρη ενός φυτού σε ρίζες, μίσχους, κλαδιά, κλώνους, φύλλα, άνθη και καρπούς. Η ταξινόμηση αυτή δέν βελτιώθηκε μέχρι το 1561 μ.Χ. "Το φυτό, λέγει, έχει την δύναμη της βλαστήσεως σ' όλα τα μέρη του διότι έχει ζωή σε όλα. Οι τρόποι της βλαστήσεως των φυτών είναι οι εξής: αυθόρμητοι απο σπόρο, ρίζα, αποκομμένο τεμάχιο, κλαδί, βλαστό, μικροτεμάχια ξύλου ή απο τον ίδιο τον κορμό".

Δεν είχε όμως σαφή αντίληψη της σεξουαλικής αναπαραγωγής των φυτών, εκτός απο μερικά είδη όπως η συκιά και ο φοίνικας. Στο σημείο αυτό ακολούθησε τους Βαβυλωνίους στην περιγραφή της γονιμοποιήσεως. Εξέτασε την γεωγραφική κατανομή των φυτών, τις χρήσεις τους και τις κλιματολογικές συνθήκες που ευνοούν την βλάστησή τους. Μελέτησε τις λεπτομέρειες 500 ειδών με καταπληκτική ακρίβεια για την εποχή που το μικροσκόπιο δεν υπήρχε.

Δύο χιλιάδες χρόνια πρίν απο τον Γκαίτε ανεγνώρισε το άνθος σαν μεταμορφωμένο φύλλο. Στο ένατο βιβλίο ο Θεόφραστος συνόψιζε όλα όσα γνώριζαν οι Ελληνες για τις φαρμακευτικές ιδιότητες των φυτών. Σε μιά παράγραφο κάνει νύξη και για αναισθησία, περιγράφοντας ένα φυτό ιδιαίτερα χρήσιμο στον τοκρτό. Λέγουν ότι είτε διευκολύνει τον τοκετό είτε σταματά τους πόνους".Αλλοι ονομαστοί Ελληνες συγγραφείς ήσαν ο Δικαίαρχος απο την Μεσσήνη και ο Νίκανδρος ο Κολοφώνιος που έγραψε ένα βιβλίο, τα "Γεωργικά".

Αλλά και οι Ρωμαίοι είχαν να δείξουν κάποια σημαντικά έργα στον τομέα της Βοτανικής. Στην Λατινική παραγωγή έργων περιλαμβάνονται: Το έργο του Κάτωνος (πέθανε το 149 π.Χ) "De Agricultura" (Περι Γεωργίας), τα τρία βιβλία του Βάρρωνος "De Re Rustica", το έργο του Υγίνου "De Agricultura" που εκδόθηκε το 37 π.Χ.

Την ίδια εποχή με τον Βάρρωνα και ο Βιργίλιος γράφει τα "Γεωργικά" του, ενω τους ακολουθούν και ο Τρόγος Πομπηίος (Περί ζώων και φυτών) το 20 π.Χ., ο Ιούβας Β' που έγραψε για τα Ευφόρβια12, ο Ετρούσκος Ταρκίτιος Πρίσκος που συνέθεσε ενα έργο για τα άνθη και τα χρώματα των φυτών, οι Sisennae (πατέρας και γιός) που έγραψαν "περι Γεωργίας", ο Γάϊος Τρεμέλλιος Σκρόφας, ο Μανίλιος Σούρας και ο Αφρικανός Τουράνιος Cracilis (περι Ζωολογίας και Βοτανικής).

Κατα τον 1ο αιώνα μ. Χ. γίνονται γνωστοί με τα έργα τους ο Πομπώνιος Μέλα (43 μ.Χ.), ο Κέλσος και ο Διοσκουρίδης. Ο Πεδάνιος Διοσκουρίδης απ' την Κιλικία που έζησε στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ., έγραψε πέντε βιβλία με τον τίτλο: De Materia Medica (Περι Ιατρικής Υλης) οπου πραγματευόταν φάρμακα φάρμακα απο 600 φυτά, απο ζώα και απο ορυκτά. Στο Α' βιβλίο έγραψε για τα αρωματικά φυτά, τα φυτικά έλαια, τους χυμούς, τις ρητίνες και τα βάλσαμα. Το Β' με τα εδώδιμα φυτά και τα ζωϊκά φάρμακα. Τα Γ' και Δ' με τα χόρτα, τις ρίζες και τα σπέρματα ενώ το Ε' με κρασιά, ποτά και ορυκτά φάρμακα.

Το πιό εκτεταμένο επιστημονικό προϊόν της Βοτανικής ήταν η "Φυσική Ιστορία" (Historia Naturalis) του Πλινίου Γάϊου Σεκούνδου (77 μ.Χ.). Περιελάμβανε 37 βιβλία απο τα οποία το 12ο έως το 19ο αναφέρονταν στην Βοτανική και το 20ο έως το 27ο στην φυτική Ιατρική.

Το έργο αυτό απετέλεσε μιά Ρωμαϊκή Βοτανική την οποία αργότερα ο Μεσαίωνας χρησιμοποίησε για να σχηματίση την αρχική βοτανολογία της Ιατρικής. Περιείχε τρόπους

θεραπείας για κάθε ασθένεια, απο δηλητηριάσεις μέχρι και "ενός πόνου εις τον τράχηλον", καθώς και "διεγερτικά δια γενετησίους ορμάς" και έδινε συμβουλές σε διάφορα θέματα.

Κατα τον 3ο αιώνα μ.Χ., με την Βοτανική ασχολήθηκαν ο γεωπόνος Κόϊντος Γαργίλιος Μαρτιάλις και κατα τον 4ο αιώνα ο Παλλάδιος. Στα τέλη του 4ου και στις αρχές του 5ου αιώνα ο Μαρκέλλος Εμπειρικός, που καταγόταν απ' την Γαλατία, έγραψε ένα έργο με τον τίτλο De Medicamentis (περί Φαρμάκων) που έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον στα φυτά της Γαλατίας και στα τοπικά τους ονόματα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Η Βοτανική απο τον 6ο έως και τον 12ο αιώνα.

Τα έργα περι Βοτανικής αυτής της περιόδου είναι λίγα αλλά πολύ σημαντικά και βοήθησαν στην εξέλιξη της Επιστημονικής σκέψεως. Σε διάφορα μέρη του κόσμου η Βοτανική γνωρίζει άνθηση (Κίνα - Ισπανία) ενω σε άλλα μέρη (Ισλάμ) μπαίνουν οι βάσεις για την αναπτυξή της.

Στην Κίνα: Βιβλίο της εποχής το "Λεξικό Λίθων και Φυτών" του Μέϊ Πιάο. Το έργο "Βοτανική του Σέν-νούνγκ" του 2ου αιώνος επανεκδίδεται με σχόλια του Δρ. Τ' άο Χονγκ-Κίνγκ. (452-536 μ.Χ.). Στο έργο του Συλλογή Συνταγών Διασήμων Ιατρών" προσέθεσε ακόμη 365 νέα φάρμακα και περιέγραψε για πρώτη φορά το φυτό ακόνιτον (σκορπιδόχορτο) και το ρήο (ραβέντι).

Επι δυναστείας των Τ' ανγκ ο Λι Τζί δημοσίευσε το έργο "Η Βοτανική των Τ' ανγκ". Τον ίδιο καιρό ειδικές Βοτανικές μελετούσαν προϊόντα ξενικής καταγωγής. Στα 973 μ.Χ. κάνει την εμφάνισή της η "Βοτανική της εποχής Κάϊ - Πάο".

Στα 1057 μ.Χ., το ίδιο έργο αναδημοσιεύθηκε μρε τον τίτλο "Βοτανική της Εποχής Κάϊ - Γιέου με προσθήκες και σχόλια" (1056-1063). Μία δωδεκάδα πραγματειών δημοσιεύθηκαν κατ' αυτόν τον τρόπο στο διάστημα της δυναστείας των Βορείων Σόνγκ (10ος έως 12ος αιώνας). Αλλά οι θεωρητικές μελέτες ήσαν σπάνιες και ο σκοπός όλων αυτών των έργων, που αφορούσαν τις επιστήμες της γής, παρέμεινε ωφελιμιστικός, είτε αυτά τα έργα προσαρμόζονταν στις απαιτήσεις του αλχημιστού ή του γιατρού.

Στην Ισπανία: Γνωστή για τους Βοτανολόγους της. Ενας εξ΄αυτών, ο Μπάκρι υπήρξε ακριβολόγος και μεθοδικότατος. Το έργο του χάθηκε, αποσπάσματα όμως βρέθηκαν στα συγγράμματα του Γκαφίκι και του Ιμπν Μπαϊτάρ.

Οι Ιμπν Τζανάχ και Ιμπν Μπακλαρίς έδωσαν έργα επιστημονικής αξίας, γιατί έδωσαν ονόματα φυτών σε διάφορες γλώσσες. Ο Γκαφίκι ήταν ο πιό καλός και πρωτότυπος βοτανολόγος κατα τον Μεσαίωνα. Η συλλογή των βοτανικών δεδομένων του (χρήση, καλό ή κακό των φυτών, ονομασίες) φέρνει στο φώς πολλούς άγνωστους συγγραφείς και πηγές με μέγιστο βοτανικό ενδιαφέρον. Τα ονόματα των φυτών είναι δοσμένα στην Αραβική, Λατινική και την Βαρβερική.

Προς το τέλος του 12ου αιώνα, ο Ιμπν Αουάμ, δημοσίευσε έργο περί γεωργίας και Κτηνοτροφίας. Νέο γνώρισμα του έργου του, η παράθεσις του τρόπου καλλιεργείας, αναπαραγωγής, ασθενειών, φαρμάκων, λιπασμάτων και αρδευτικών συστημάτων.

Ο Ιμπν Μπαϊτάρ, απο τους συγχρόνους του εθεωρείτο ο πιό καταρτισμένος βοτανολόγος της περιόδου. Οι καρποί των προσπαθειών του περιέχονται σε δύο έργα: Μία πραγματεία, για τα απλά (ασύνθετα), όπου τα φυτά ταξινομούνται αλφαβητικά και μιά πρακτική επιτομή για τα ίδια φυτά ταξινομημένα κάτω απο τις διάφορες ασθένειες.

Στο Ισλάμ: Ελάχιστα σώζονται για την περίοδο αυτή. Ο Αμπου Χανίφα Αλ- Ντιναβάρι (815 - 895 μ.Χ) έγραψε ένα "Βιβλίο των Φυτών" που εστηρίζετο επι του Διοσκουρίδου αλλά προσέθεσε πολλά φυτά στην φαρμακολογία.

Οι Μωαμεθανοί βοτανολόγοι γνώριζαν να παράγουν νέα είδη καρπών με εμβολιασμό. Με την διασταύρωση τριανταφυλλιάς με αμυγδαλιά απέκτησαν σπάνια και θαυμάσια άνθη,

Ο Αλ- Ιδρισί έγραψε βιβλίο στο οποίο επιμένει στις ιατρικές ιδιότητες των φυτών παρά τις βοτανικές ιδιότητες των 360 φυτών που περιέγραψε.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 2ου και 3ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

SARTON: INTRODUCTION TO THE HISTORY OF SCIENCE, BALTIMORE 1930

MUTHU D: THE ANTIQUITY OF HINDU MEDICINE AND CIVILIZATION, LONDON 1930

PLINY: THE ELDER NATURAL HISTORY, LONDON 1885

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: ΠΕΡΙ ΦΥΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΑΙ

LIVINGSTONE R.W: THE GREEK GENIUS, OXFORD 1915

LOCY A: GROWTH OF BIOLOGY, N.Y. 1925

GROTE G: HISTORY OF GREECE, EVERYMAN LIBRARY

THOMPSON J: ECONOMIC AND SOCIAL HISTORY



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η βοτανική απο τον 13ο έως τον 18ο αιώνα

Ο Αμπούλ Αμπάς, απο την Σεβίλλη (1216) απέκτησε το ψευδώνυμο Αλ- Ναμπατί, δηλαδή ο Βοτανολόγος, με τα έργα του περί των φυτών όλων των χωρών απο του Ατλαντικού μέχρι της Ερυθράς θαλάσσης.

Ο Αμπου Μωχάμετ Ιμπν Μπαϋτάρ απο την Μαλάγα (1190 - 1248) συγκέντρωσε όλες τις γνώσεις της Ισλαμικής βοτανικής σε ένα τεράστιο έργο που παρέμεινε το βασικό βιβλίο για την Επιστήμη αυτή μέχρι τον 16ο αιώνα και τον ανέδειξε σαν τον μεγαλύτερο βοτανολόγο και φαρμακολόγο του Μεσαίωνα.

Ο Ιμπν Αλ- Αβόν απο την Σεβίλλη έγινε γνωστός απο το έργο του " Βιβλίο των χωρικών" όπου εξήταζε τα εδάφη και τα λιπάσματα, περιέγραφε την καλλιέργεια 585 φυτών και 50 καρποφόρων δένδρων, εξηγούσε τις μεθόδους εμβολιασμού καθώς και τα συμπτώματα και την θεραπεία διαφόρων ασθενειών των φυτών. Υπήρξε η πληρέστερη επιστημονική πραγματεία επι θεμάτων γεωργίας ολόκληρης της Μεσαιωνικής περιόδου.

Η εξέγερση των διανοουμένων (1300-1544).

Την εποχή αυτή η επιστήμη περιορίζεται σε πρακτικές μελέτες.

O Πιέτρο ντε Κρεσέντσι σε ηλικία 76 ετών (1306) εδημοσίευσε την Ruralia commoda, ενα θαυμάσιο εγχειρίδιο γεωργίας. Το μόνο σφάλμα ήταν, ότι αγνοούσε τα ακόμη καλύτερα έργα των Μωαμεθανών της Ισπανίας στον τομέα αυτό.

Την ίδια εποχή ιδρύεται ο πρώτος δημόσιος βοτανικός κήπος απο τον Λουκά Γκίνι στην Πίζα το 1544.

Ο Ερρίκος της Εσσης (1325-1397) υποστήριζε οτι ήταν δυνατό να προκύψουν νέα είδη φυσιολογικά απο παλιά είδη, ιδιαίτερα στα φυτά. Κι' όλα αυτά 500 χρόνια πριν απο τον Δαρβίνο.

Η Επιστήμη κατα την εποχή του Κοπέρνικου (1517-1565)

Οι βιολογικές επιστήμες, οι οποίες δεν είχαν σημειώσει καμμία πρόοδο απο της εποχής των Ελλήνων, επανήλθαν τώρα πάλι στη ζωή. Η Βοτανική πάλευε να απελευθερωθεί απο την Φαρμακολογία και να αποκτήσει αυτοτέλεια. Το πέτυχε, αλλά οι δάσκαλοί της εξακολούθησαν να είναι γιατροί.

Ο Οττο Μπούνφελς, γιατρός στην Βέρνη, άρχισε την κίνηση με το βιβλίο του "Herbatum vivae icones" (1530-1536)."Ζώσες εικόνες των φυτών". Το κείμενό του προήλθε κυρίως απο λογοκλοπία απο τον Θεόφραστο, τον Διοσκουρίδη και άλλους προκατόχους του. Περιέγραψε όμως τα εγχώρια φυτά της Γερμανίας, οι δε 135 ξυλογραφίες του υπήρξαν υπόδειγμα πιστότητας.

Ο Ερρίκος Κόρδος, γιατρός στην Βρέμη, ίδρυσε τον πρώτο βοτανικό κήπο (1530) βορείως των Αλπεων και επιχείρησε μιά ανεξάρτητη σύνοψη της νεογέννητης επιστήμης στο έργο του "Botanilogicon" (1534).Ο γιός του Βαλέριος Κόρδος ασχολήθηκε με τόλμη αλλά και απερισκεψία στην σπουδή των φυτών, βρήκε τον θάνατο κατα τις έρευνές του σε ηλικία 29 ετών (1544) αλλά άφησε για δημοσίευση το έργο του "Historia plantarum", στην οποία περιέγραψε ζωηρά και με ακρίβεια 500 νέα είδη.

Ο Λεονάρδος Φούξ, καθηγητής της ιατρικής στην Τυβίγγη μελέτησε την βοτανική αρχικά για φαρμακευτικούς σκοπούς και κατόπιν για λογαριασμό της και δική του ευχαρίστηση. Το βιβλίο του "Historia stirpium" (1542) υπήρξε υπόδειγμα επιστημονικής αφοσιώσεως. Τα 343 κεφάλαια του ανέλυαν 343 γένη και τα εικονογράφησε με 515 ξυλογραφίες, κάθε μία απο τις οποίες κατελάμβανε μιά ολόκληρη σελίδα. Συνέταξε και ένα περισσότερο καταληπτό έργο με 1500 εικόνες, αλλά κανένας εκδότης δεν θέλησε να αναλάβει τα έξοδα της δημοσιεύσεως του. Το γένος Φούξια ειναι το ζωντανό του μνημείο.

Η μεγαλύτερη μορφή στην "φυσική επιστήμη" της εποχής αυτής υπηρξε ο Κόνραντ Γκέσνερ, του οποίου το έργο και η μάθηση κάλυπταν τόσο ευρύ πεδίο ώστε ο Κυβιέ τον ονόμασε Πλίνιο της Γερμανίας. Γ'ονος μιάς πτωχής οικογενείας της Ζυρίχης (1516), επέδειξε τέτοια ικανότητα και επιμέλεια ώστε η πόλις μαζύ με ιδιώτες προστάτες χρηματοδότησε την ανώτερη εκπαίδευσή του στο Στρασβούργο, την Μπούρζ το Παρίσι και την Βασιλεία.

Εκαμε ο ίδιος ή και συνέλεξε 1500 σχεδιάσματα γιά την εικονογράφηση του βιβλίου του "Historia plantarum", αλλά το έργο αυτό απεδείχθη τόσο δαπανηρό στην εκτύπωση ώστε δεν δεν εμφανίστηκε απο το χειρόγραφο μέχρι το 1751. Η λαμπρή ταξινόμηση των φυτικών γενών βάσει της αναπαραγωγικής κατασκευής τους, είδε το φώς πολύ αργά για να βοηθήσει τον Λινναίο. Το 1565 πέθανε.

Η Επιστήμη στην εποχή του Γαλιλαίου (1558-1648).

Η βοτανική αναπτύσσεται βραδέως με ιατρικές μελέτες, θεραπευτικά βότανα και με την εισαγωγή εξωτικών φυτών στην Ευρώπη. Ιησουίται ιεραπόστολοι εισήγαγαν περουβιανό

φλοιό (κινίνη) βανίλλια και ρείο (ρεβέντι). Περι το 1560 εισήχθη η πατάτα απ' το Περού στην Ισπανία απ' όπου εξαπλώθηκε στην Ευρωπαϊκή ήπειρο.

Ο Πρόσπερα Αλπίνι, καθηγητής της βοτανικής στήν Πάδοβα, περιέγραψε 50 νέα ξενικά φυτά καλλιεργούμενα στην Ευρώπη. Απο τις μελέτες του στον φοίνικα έβγαλε την θεωρία του για την αναπαραγωγή των φυτών, την οποία ο Θεόφραστος είχε διατυπώσει κατα τον 3ο π.Χ. αιώνα. "Τα θήλεα φυτά του φοίνικος", είπε ο Αλπίνι, "δεν καρποφορούν εκτός εάν οι κλάδοι αρρένων και θηλέων φυτών αναμιχθούν, ή όπως γίνεται γενικώς, εάν η γύρις που ευρίσκεται στον άρρενα κάλυκα ή τα άρρενα άνθη επιπασθή επι των θηλέων ανθέων".

Αργότερα ο Λινναίος επρόκειτο να ταξινομήσει τα φυτά ανάλογα με τον τρόπο της αναπαραγωγής τους, αλλά στο μεταξύ (1583) ο Ανδρέας Τσεζαλπίνο απο την Φλωρεντία έκανε την πρώτη συστηματική ταξινόμηση των φυτών -1500 απ' αυτά- με βάση τους σπόρους και τους καρπούς τους.

Ο Γκασπάρ Μπωχέν απο την Βασιλεία, στον ογκώδη "Pinax theatri botanici" (1623) ταξινόμησε 6000 φυτά κατα το γένος και είδος, προλαμβάνοντας έτσι τον Λινναίο στην ονοματολογία με δύο ονόματα. Ο Μπωχέν αφιέρωσε σαράντα χρόνια απο την ζωή του στην σύνταξη του έργου του "Πίνακας Βοτανικού Κόσμου", και πέθανε ένα χρόνο μετά την δημοσίευσή του. Το βιβλίο του αυτό παρέμεινε επι τρείς αιώνες σαν σταθερό κείμενο αναφοράς.

Τα ιδιωτικά ερμπάρια των γιατρών μεγάλωναν τώρα σε βοτανικούς κήπους συντηρούμενους για το κοινό απο τα Πανεπιστήμια ή τις κυβερνήσεις.

Ο αρχαιότερος απο αυτούς που ιδρύθηκε στην Πίζα το 1543 απέκτησε φήμη απο τον Τσεζαλπίνο. Η Ζυρίχη είχε ένα κήπο το 1560, κατόπιν η Μπολώνια, το Κάσσελ, το Λάϊντεν, η Λειψία, το Μπρεσλάου, Η Βασιλεία, η Χαϊδελβέργη, η Οξφόρδη.

Ο Γκύ ντε λα Μπρός, γιατρός του Λουδοβίκου του 13ου οργάνωσε τον περίφημο Κήπο των Αρωματικών Φυτών στο Παρίσι το 1635.

Επιστημονική σκέψις (1648 - 1715).

Ο Ρόμπερτ Χούκ απέδειξε πειραματικά εκείνο που ο Σερ Κένελμ Ντάγκμπυ είχε ήδη επισημάνει: οτι τα φυτά χρειάζονται αέρα για να ζήσουν. Εσπειρε σπόρο μαρουλιού σε ακάλυπτο έδαφος και ταυτόχρονα όμοιο σπόρο σε όμοιο έδαφος μέσα σε στεγασμένο χώρο όπου δημιούργησε κενό. Στην πρώτη περίπτωση, τα μαρούλια που φύτρωσαν έφθασαν τα 4 cm μέσα σε οκτώ μέρες, στην δεύτερη περίπτωση δεν φύτρωσαν καθόλου.

Ο Χούκ ταύτισε το μέρος του αέρα που καταναλώθηκε για το φύτρωμα με το μέρος του αέρα που καταναλίσκεται για την φυτική αναπνοή και περιέγραψε την ποσότητα που καταναλώθηκε σαν νιτρώδους φύσεως (1665). Ανακάλυψε την κυτταρική δομή του ζώντος ιστού και επινόησε τον όρο "κύτταρο" (cell) για τα οργανικά του συστατικά.

Ο Χουκ μελέτησε επίσης την ιστολογία των εντόμων και των φυτών και έδωσε στην "Μικρογραφία" του σχέδιά τους που απετέλεσαν καινοτομία. Βρισκόταν πάντα σε πλήρη ομοφωνία με τον Γαλιλαίο και τον Νεύτωνα.

Ενας άλλος, Ο Τζών Ραίϋ, συνέβαλε στο να δοθεί η σημερινή της μορφή στην βοτανική επιστήμη. Το 1670 ο Ραίϋ έδωσε στην δημοσιότητα τον "Catalogus Plantarum Angliae" που έγινε η βάση της Αγγλικής βοτανικής.

Βοηθούμενος απο την βελτιωμένη ορολογία και ταξινόμηση που έδωσε ο Ιωακείμ Ζούγκιος το 1678, ο Ραίϋ επρότεινε την "Methodus Plantarum Nova" (1682) με την οποία διαίρεσε όλα τα ανθοφόρα φυτά σε δικοτυλήδονα και μονοκοτυλήδονα, ανάλογα με το άν είχαν δύο ή μία κοτύλη κατα την εκβλάστηση. Ολοκλήρωσε τον σκοπό του σε ένα απο τα αριστουργήματα της σύγχρονης επιστήμης, την ογκώδη τρίτομο "Historia Generalis Plantarum" (1682-1704), όπου περιέγραψε περι τα 18625 είδη φυτών.

Ο Ραίϋ πρώτος χρησιμοποίησε τον όρο "είδος" (specie) σαν δηλωτικό ομάδας οργανισμών που προέρχονται από όμοιους γονείς και ικανούς για αναπαραγωγή νέων όμοιων οργανισμών.

Το 1862, Ο Νεεμίας Γκριού, έδωσε νέα αίγλη στα άνθη επιβεβαιώνοντας οριστικά την διάκριση των φυτών σε δύο φύλα. Μελετώντας τους φυτικούς ιστούς με το μικροσκόπιο, παρατήρησε τους πόρους στην πάνω επιφάνεια των φύλλων και έκανε την υπόθεση οτι τα φύλλα είναι αναπνευστικά όργανα. Ως προς τα άνθη, συνεπέρανε ότι είναι όργανα αναπαραγωγής: ο ύπερος το θηλυκό, οι στήμονες τα άρρενα, Η γύρη το σπέρμα. Εσφαλμένα όμως υπέθεσε οτι όλα τα φυτά είναι ερμαφρόδιτα.

Το 1691, ο Ρούντολφ Καμεράριους, καθηγητής βοτανικής στο Τύμπινγκεν, θεμελίωσε οριστικά και με πειράματα την διάκριση των φυτών σε φύλλα, αποδεικνύωντας οτι δεν ήσαν σε θέση να καρποφορήσουν όταν τους αφαίρεσε τους ανθήρες - το τμήμα δηλαδή των στημόνων που περιέχει την γύρη-.

Την ίδια μέρα (7-12-1671) που η Βασιλική Εταιρεία έλαβε την πραγματεία του Γκριού: "Απαρχή της ανατομίας των φυτών", έλαβε επίσης και ένα χειρόγραφο απο τον Μάρκελλο Μαλπίγκι της Μπολώνιας.

Η Εταιρεία το εξέδωσε (1675) με τον τίτλο "Anatomes Plantarum Idea". Ο Μαλπίγκι μοιράσθηκε με τον Γκριού την τιμή της θεμελιώσεως της ιστολογίας των φυτών.

Το 1676, ο Μαριότ, αφού ανέλυσε χημικά το ίζημα φυτών και το έδαφος όπου εφύοντο, απέδειξε οτι αφομοίωναν θρεπτικά στοιχεία που βρισκόντουσαν στο νερό που έπαιρναν απ' το έδαφος. Ούτε ο Μαλπίγκι ούτε ο Γκριού ούτε ο Μαριότ αναγνώρισαν την ικανότητα των φυτών να παίρνουν τροφή απ' τον αέρα. Η ανακάλυψη όμως της διαδικασίας θρέψεως και αναπαραγωγής υπήρξε τεράστια πρόοδος σε σύγκριση με το παρελθόν.

Βοτανική: Επιστημονική πρόοδος (1715-1789).

Μετά την τελειοποίηση του σύνθετου μικροσκοπίου, οι Επιστήμονες είχαν την δυνατότητα να εξετάσουν λεπτομερέστερα την διάρθρωση των φυτών και να ανακαλύψουν και τα μυστικά του φύλου τους.

Η Βοτανική έπαυσε πλέον να είναι βοηθητική επιστήμη της ιατρικής και ο Λινναίος χαρτογράφησε τον γόνιμο κόσμο της ζωής, με προσοχή και αφοσοίωση επιστήμονα - αγίου.

Ο Κάρλ Λιννέ ή Λινναίος όταν ενηλικιώθηκε ακολούθησε την ιατρική σαν την μόνη σταδιοδρομία που θα του επέτρεπε να ασχοληθή με τα βότανα και θα του εξασφάλιζε ταυτόχρονα την επιβίωση.

Ετσι το 1727 αρχισε να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο της Λούντ και κατόπιν στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα. Το 1732 εκλέγεται αρχηγός αποστολής φοιτητών στην Λαπωνία για την μελέτη της χλωρίδας, την οποία και έφερε εις πέρας. Το 1736, αφού πήρε τον προηγούμενο χρόνο το δίπλωμα ιατρικής, στο Λάϊντεν συνάντησε τον Μπαιρχάβε. Εμπνευσμένος και βοηθούμενος απ' αυτόν ο Λινναίος δημοσιεύει ένα απο τα κλασσικά έργα της βοτανικής, την Systema Naturae. Ζώντας του Λινναίου το έργο εκδόθηκε δώδεκα φορές. Η δωδέκατη έκδοση είχε συνολικά 2300 σελίδες.

Κοντά στο Αμστερνταμ κέρδισε αρκετά χρήματα αναδιοργανώνοντας τους καταλόγους της βοτανικής συλλογής του Γεωργίου Κλίφορντ, διευθυντού της Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών. Η απίστευτη εργατικότητά του τον βοήθησε να δημοσιεύσει το 1736 την Bibliotheca botanica και το έτος 1737 τα Genera Plantarum.

Το 1741 εκλέγεται καθηγητής της Ανατομίας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλα και αργότερα την εγκαταλείπει και γίνεται καθηγητής της έδρας της Βοτανικής. Αφού έλαβε την έδρα μετέδωσε τον ενθουσιασμό του για την Βοτανική και στούς φοιτητές του. Εστειλε ορισμένους απο αυτούς σε διάφορα μέρη του κόσμου για να συλλέξουν εξωτικά φυτά.Τους

παρώτρυνε με την ελπίδα να προσθέσουν το όνομά τους σε φυτά στο μεγάλο σύστημα της ονοματολογίας το οποίο ο Λινναίος προετοίμαζε.

Στην Systema naturae, τα Genera Plantarum, τα Classes Plantarum (1738) την Philosophia botanica (1751) και τα Species Plantarum (1753), o Λινναίος οικοδόμησε την μνημειώδη του ταξινόμηση.

Με παρόμοιο έργο είχαν ασχοληθεί πολλοί, ιδιαιτέρως οι: Μπάουεν και Τουρνεφόρ και ο Ριβίνος που είχε ήδη προτείνει (1690) μία μέθοδο ονομασίας των φυτών με διπλά ονόματα.

Παρα τις ανωτέρω εργασίες, ο Λινναίος βρήκε τις συλλογές της εποχής του σε μιά κατάσταση αταξίας που εμπόδιζε σοβαρά την επιστημονική μελέτη των φυτών.

Εκατοντάδες νέων ποικιλιών είχαν ανακαλυφθή, στις οποίες οι βοτανολόγοι είχαν δώσει αλληλοσυγκρουόμενα ονόματα. Ο Λινναίος ανέλαβε να ταξινομήσει όλα τα γνωστά φυτά πρώτα κατα την τάξη τους, κατόπιν μέσα στην τάξη κατα την οικογένεια τους και μέσα στην οικογένεια κατα το γένος τους και μέσα στο γένος κατα το είδος τους. Ετσι κατέληξε σε ένα Λατινικό όνομα διεθνώς παραδεκτό.

Σαν βάση για την ταξινόμησή του έλαβε την παρουσία και τον χαρακτήρα ή την απουσία γεννητικών οργάνων. Ετσι διαίρεσε τα φυτά σε "φανερόγαμα" δηλαδή αυτά που έχουν ορατά όργανα αναπαραγωγής (τα άνθη τους) και στα "κρυπτόγαμα" δηλαδή αυτά τα οποία (όπως τα βρύα και η φτέρη) δεν έχουν άνθη που παράγουν σπόρους και τα όργανα αναπαραγωγής είναι κρυμμένα ή δυσδιάκριτα.

Ο Μπυφφόν κατέκρινε την ταξινόμηση του Λινναίου με το επιχείρημα οτι τα γένη και τα είδη δεν είναι αντικειμενικά πράγματα, αλλά είναι απλώς ονόματα που διευκολύνουν μία νοητική κατάταξη της πολύπλοκης πραγματικότητας, όπου όλες οι τάξεις, στις ακραίες περιπτώσεις συγχαίονται η μία με την άλλη. Ο Λινναίος παραδέχθηκε οτι όντως έμεναν ορισμένα κενά. Η ονοματολογία του πάντως με ορισμένες αλλαγές επικρατεί ακόμη και σήμερα.

Στα γηρατιά του πλέον ο Λινναίος ετιμάτο σ' όλη την Ευρώπη σαν ο κορυφαίος των Βοτανολόγων. Το 1761 του απονέμεται ο τίτλοσ του Ιππότη και εγένετο Κάρλ Φον Λιννέ. Το 1778 πέθανε.

Ο Τζέϊμς Εντουαρτ Σμίθ αγόρασε απο την χήρα του Λινναίου την βιβλιοθήκη και τις βοτανικές συλλογές του και με άλλους ίδρυσε το 1788 την Λινναίο Εταιρεία του Λονδίνου με σκοπό την διαφύλαξη του θησαυρού του Λινναίου. Απ' αυτό το κέντρο μια μακρά σειρά δημοσιεύσεων συνετέλεσε στην διάδοση του έργου του Λινναίου στην Ευρώπη και την Αμερική.

Εκατοντάδες αφοσιωμένοι μαθητές του συνέχισαν την βοτανική έρευνα.

Ο Αντώνιος ντε Ζυσσιέ, οι αδελφοί του Μπερνάρ και Ιωσήφ, ο ανηψιός του Αντουάν Λωράν ντε Ζυσσιέ ασχολήθηκαν με την Βοτανική. Ο τελευταίος μάλιστα δημοσίευσε το 1789 το έργο "Genera Plantarum secundum ordines naturales disposita" το οποίο άρχισε να αντικαθιστά το σύστημα του Λινναίου. Ταξινόμησε τα φυτά μορφολογικά με βάση την παρουσία, απουσία ή τον αριθμό των κοτυληδόνων. Ο γιός του Ανδριανός συνέχισε το έργο αυτό. Το 1824 ο Αυγουστίνος ντε Καντόλ, έχοντας σαν βάση τα έργα του Ζυσσιέ, συνέταξε στις γενικές της γραμμές την ταξινόμηση που παραμένει δεκτή μέχρι σήμερα.

Η σεξουαλικότητα των φυτών μελετήθηκε ποικιλοτρόπως με πειράματα και έρευνες απο τους:

Κόττον Μάδερ (1716)

Ριχάρδος Μπράντλεϋ (1717)

Φίλιππος Μίλλερ (1721)

Ιωσήφ Καϊλρώϋτερ (1760 και μετά)

Κόνραντ Σπρένγκελ (1793)

Γιόχαν Χέντβιγκ (1782)

Ιωσήφ Γκαίρτνερ (1788 - 1791).

Το 1759 ο Κασπάρ Φρίντριχ Βόλφ, στην "Theoria Generationis" διατύπωσε την θεωρία οτι όλα τα μέρη του φυτού, εκτός απο τον μίσχο είναι φύλλα που έχουν μετασχηματισθή.

Πάνω στην θρέψη και τον μεταβολισμό των φυτών εργάσθηκαν οι:

Χέϊλς Στέφανος (1727), Πρίστλεϋ (1774) Ινγκενχουζ Γιάν (1764 - 1779) Σενεμπιέ Ιωάννης (1800) και Σωσσϋρ ντε Θεόδωρος Νικόλαος (1804).

Γκαίτε: ο Επιστήμων.

Η προσωπικότητα του Γκαίτε δεν ήταν δυνατό να μήν γοητευθή απο τον άγνωστο κόσμο των φυτών. Το 1786 γοητευμένος απο τους βοτανικούς κήπους, απεφάσισε να μελετήση την επίδραση του περιβάλλοντος στην μορφή και ανάπτυξη των φυτών.

Συνέλαβε την ιδέα οτι τα γένη τα είδη και οι ποικιλίες ήσαν παραλλαγές ενός βασικού αρχετύπου και ότι όλα τα μέρη του φυτού -με εξαίρεση τον βλαστό- είναι παραλλαγές και στάδια εξελίξεως του φύλλου.

Την θεωρία αυτή δημοσίευσε σε ένα βιβλίο 86 σελίδων τιτλοφορούμενο: Μία προσπάθεια

του Γ.Β. φον Γκαίτε μυστικοσυμβούλου του δουκός Σάξ-Βαϊμάρης όπως εξηγήση την μεταμόρφωση των φυτών" (1790). Οι βοτανολόγοι το δέχθηκαν μάλλον σαν αστείο παρά σαν θεωρία. Βαθμιαία όμως η θεωρία συγκέντρωσε μαρτυρίες και οπαδούς

Το 1830 ο Ετιέν Ζοφρουά Σαίντ - Ιλαίρ παρουσίασε το δοκίμιο του Γκαίτε στην Γαλλική Ακαδημία Επιστημών, σαν αποτέλεσμα προσεκτικής έρευνας και δημιουργικής φαντασίας που επαληθεύθηκε απο την πρόοδο της Βοτανικής.

Η Βοτανική έξω απο την Ευρώπη.

Ελάχιστα γίνονται στο ίδιο χρονικό διάστημα στον υπόλοιπο κόσμο.

Στην Κίνα η μεγάλη εικονογραφημένη εγκυκλοπαίδεια "Σαν-τσ' αϊ σ' ου- χουϊ" του Ουάνγκ Τσ' ί και του γιού του, περιείχε εκτός των άλλων και εικονογραφημένες περιγραφές φυτών.

Στην Κίνα επίσης ένας γιός του ιδρυτή της δυναστείας των Μίνγκ, μετά απο 18 ολόκληρα χρόνια επιμελούς έρευνας και με την βοήθεια ενός συνεργάτη του συμπλήρωσε το 1404 ενα "Βοτανολόγιο για την ανακούφιση του λιμού". Εικονογραφημένο με ξυλογραφίες το βιβλίο αυτό περιέγραφε την καλλιέργεια διαφόρων τύπων φυτών που μπορούσαν να καλλιεργούνται ή να συλλέγωνται και να τρώγονται σε εποχές πλημμύρας και ξηρασίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

19ος αιώνας.

Ι.Στην καμπή του αιώνα.

Η Βοτανική αντιπροσωπεύθηκε στην καμπή του αιώνα απο μεγάλους συστηματικούς. Το σλυστημα ταξινομήσεως των φυτών σε ακοτυλήδονα, μονοκοτυλήδονα και δικοτυλήδονα που εισήγαγε ο Αντουάν Λωράν ντε Ζυσσιέ σταθεροποιήθηκε και βελτιώθηκε απο τον Αυγουστίνο Πύραμο ντε Καντόλ (1778-1841), που κατείχε οσα ήταν γνωστά στην εποχή του για την συστηματική την μορφολογία και την φυσιολογία των φυτών και που διατύπωσε, το 1813, μιά "Στοιχειώδη θεωρία της Βοτανικής" (Theorie elementaire de la Botanique), που περιλαμβάνει μια γενική θεωρία για την φύση του φυτού, καθώς και ένα σύστημα ταξινομήσεως, απ' το οποίο μερικά μέρη διατηρήθηκαν μέχρι σήμερα.

Ο ντε Καντόλ διαφωνούσε ριζικά με την ιδέα του Λαμάρκ για μιά εξελικτική αλυσίδα των όντων και θεωρούσε τα είδη σταθερά και αμετάβλητα, όπως ο Λινναίος.

ΙΙ.Βοτανικές επιστήμες.

1)Κατανομή και οικολογία των φυτών.

Η ανάπτυξη της συστηματικής κατα τον 19ο αιώνα υποκινήθηκε σε μεγάλο βαθμό απο την πρόοδο της περιγραφής των φυτικών ειδών της γής και της κανονικότητας της γεωγραφικής κατανομής τους.

Η μελέτη της χλωρίδας όλων των ηπείρων συνεχιζόταν κατα το πρώτο μισό του αιώνα όταν ο Αλεξάντερ Χούμπολντ έθεσε τα θεμέλια της φυτογεωγραφίας. Τα ταξίδια του στην Νότια Αμερική κατα τα έτη 1799 έως 1804 τον εφοδίασαν με συλλογές που χρειάζονταν μιά ολόκληρη ζωή για να μελετηθούν. Η εξέτασή τους, οπως φαίνεται στο έργο του Κόσμος (Kosmos 1845-47) δεν ήταν εξέταση συστηματικού, αλλά οικολόγου που ερωτά: Ποιά είναι η επίδραση των ειδικών συνθηκών διαβιώσεως πάνω στην μορφή των φυτών ; Και ποιά είναι τα πλεονεκτήματα του εδάφους και του κλίματος στα διάφορα πλάτη; Ο Χούμπολτ διαίρεσε τον φυτικό τάπητα ανάλογα με το υψόμετρο και το γεωγραφικό πλάτος και διέκρινε έτσι τουλάχιστον δεκαέξι "τύπους" βλαστήσεως.

Οι εργασίες του Χούμπολντ επέτρεψαν στους νεώτερους ερευνητές να αναπτύξουν μία οικολογική και ιστορική φυτογεωγραφία και αργότερα να ιδρύσουν νέους κλάδους της Βοτανικής, όπως η Γεωβοτανική και η Φυτοκοινωνιολογία.

Εκτός απο τον Χούμπολντ, σημαντική συμβολή στην φυτογεωγραφία προσέφερε ο Ρόμπερτ Μπράουν που υπήρξε ένας απο τους πρώτους ταξιδευτές φυσιοδίφες. Οι συλλογές του απο την Αυστραλία τον εφοδίασαν με ισόβια εργασία.

Στο πεδίο αυτό εργάσθηκαν επίσης οι: Π και Α ντε Καντόλ (1824-1873). Ο Γιόζεφ Χούκερ, στενός φίλος του Δαρβίνου, εξετέλεσε επιμελημένη μελέτη της χλωρίδας της Τασμανίας (1860) και της Ινδίας (1872-1897). Και στις ΗΠΑ, ο Asa Gray, επίσης πρωταγωνιστής για την επικράτηση της θεωρίας του Δαρβίνου, έδωσε την κλασσική συστηματική πραγματεία του για την χλωρίδα της Βόρειας Αμερικής (1843-1888). Οι ομοιότητες ανάμεσα στις χλωρίδες της Αφρικής, της Νότιας Αμερικής και της Αυστραλίας εντυπωσίασαν σε μεγάλο βαθμό τον Χούμπολντ, τον Χούκερ και άλλους φυτογεωγράφους. Και αργότερα όταν η Δαρβίνειος θεωρία ζήτησε μία εξήγηση για τα αίτια αυτών των ομοιοτήτων, κατλεστη φανερό πως υφίστατο ενα μεγάλο πρόβλημα, που απαιτούσε γεωλογική εξήγηση.

Η οικολογική τάση στην φυτογεωγραφία κορυφώθηκε κατα τον 19ο αιώνα στο έργο του Ε. Ουώρμινγκ. Κατα τις απόψεις του που τις διατύπωσε στο έργο του "Οικολογική γεωγραφία των φυτών", όχι μόνο τα μορφολογικά, αλλά και τα ανατομικά χαρακτηριστικά των φυτών εξαρτώνται απο τις κλιματολογικές και άλλες συνθήκες της διαμονής τους.

Διέκρινε έτσι τέσσερεις κύριους οικολογικούς τύπους των φυτών προσαρμοσμένους αντίστοιχα στην υδρόβια διαβίωση και στην διαβίωση σε ξηρά, υγρά και αλατούχα εδάφη. Την ίδια σχεδόν εποχή, ο Α. Μπεκέτωφ εξέδωσε στην Ρωσσία την Φυτογεωγραφία του (1896). Ο Μπεκέτωφ θεωρούσε την ιστορική δυναμική της κατανομής των φυτών σαν αποτέλεσμα επιδράσεων του περιβάλλοντος.

Ο Σίμπερ, επίσης εξέτασε την παγκόσμια βλάστηση απο κλιματολογική και φυσιολογική πλευρά στο έργο του " Η Φυτογεωγραφία επι φυσιολογικής βάσεως" (1898). Πειραματικές μέθοδοι εφαρμόσθηκαν ως ένα βαθμό, για την έρευνα των σχέσεων της μορφής και της ανατομικής κατασκευής των φυτών προς το περιβάλλον ειδικά απο τον Γκαστόν Μποννιέ στο έργο του "Πειραματικές μελέτες επι της προσαρμογής των φυτών στο Αλπικό κλίμα" (1895).

2) Φυσιολογία των φυτών.

Μετά το μνημειώδες έργο του ντε Σωσσύρ επι της θρέψεως των φυτών, κανένα νέο επίτευγμα δεν σημειώθηκε στο πεδίο αυτό μέχρι το 1837, οπότε ο Ρ. Ντυτροσέ επιβεβαίωσε και επεξέτεινε τις παρατηρήσεις του ντε Σωσσύρ, δείχνοντας πως όχι μόνο η αύξηση,αλλά και η αισθητικότητα των φυτών εξαρτάται απο την αναπνοή τους.

Στο μεταξύ, οι συχνές αναφορές των φυσιολόγων στις ζωτικές δυνάμεις κλονίσθηκαν κάπως απο τις μηχανικές εξηγήσεις για την είσοδο και την έξοδο του ύδατος απο το φυτό μέσω της ωσμώσεως -εξηγήσεις που τις επεξέτεινε ο Ντυτροσέ απο το 1826 ως το 1837- καθώς κι' απο την εξήγηση για την παραγωγή απο τα φυτά φυσικής θερμότητας δια χημικών αντιδράσεων.

Η ώσμωση ξαναμελετήθηκε πολλές φορές κατα την διάρκεια του αιώνα απο τον Τόμας Γκράχαμ το 1862, τον Μ. Τρλαουμπε το 1867-1874, τον Πφέφφερ το 1877 και τέλος απο τον Βάν τ' Οφ το 1894. Δεν κατέστη όμως δυνατό να εξηγηθή με την ώσμωση η ανοδική κίνηση των ρευστών στα φυτά -πρόβλημα που απασχολούσε τους Βοτανικούς απο τήν εποχή του Σ. Χαίκλς τον 18ο αιώνα. Οι κινήσεις του νερού και του χυμού εξακολουθούσαν γενικά να αποτελούν μυστήριο μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Η θρέψη των φυτών άρχισε να αποσαφηνίζεται το 1840 με τις προσπάθειες των χημικών Γ. Λίμπιχ και Γ. Μπουσσενγκώ. Η ιδέα που επικρατούσε κατα την εποχή αυτή ήταν, πως τα φυτά προμηθεύονται τα αναγκαία για την θρέψη τους ανόργανα συστατικά απο τον χούμο.

Ο Λίμπιχ επέκρινε αυστηρά αυτη την θεωρία και δήλωσε: Το CO2 , η NH3 και το Η2Ο περιέχουν ανάμεσα στα στοιχεία τους τα απαιτούμενα για την παραγωγή όλων των ουσιών, που βρίσκονται στο σώμα των φυτών σε όλη τους τη ζωή. To CO2, η ΝΗ3 και το Η2Ο είναι τα τελικά προϊόντα των χημικών επεξεργασιών της σήψεως και της αποσυνθέσεως των οργανισμών.

Οι γενικεύσεις αυτές καθιερώθηκαν οριστικά με τα πειράματα του Μπουσσενγκώ. Ο τελευταίος αυτός έδειξε πως τα φυτά δεν μπορούν να απορροφούν ελεύθερο αζωτο αλλά εξαρτώνται απ' την παρουσία νιτρικών αλάτων στο έδαφος (1851-1855) και πως ολόκληρη η ποσότητα του άνθρακα που περιέχουν προέρχεται απ' το CO2 του ατμοσφαιρικού αέρα και ούτε ίχνος απο αυτό δεν προέρχεται απο τις οργανικές ύλες του εδάφους (1860).

Ο πρίγκηπας Σαλμ- Χόρστμαρ, καλλιεργώντας φυτά σε μή διαλυτό έδαφος, όπου πρόσθεσε διαλύματα ανοργάνων αλάτων, απέδειξε το 1856 την ανάγκη των φυτών για φώσφορο, θείο, κάλιο, ασβέστιο, μαγνήσιο, σίδηρο, πυρίτιο και μαγγάνιο.

Το 1876, ο Μαρσελλέν Μπερτελό κατέδειξε, πως το ελεύθερο άζωτο μπορεί να δεσμευθή στο έδαφος με ηλεκτρικές εκκενώσεις, δηλαδή μετατρεπόμενο σε νιτρικά άλατα. Εννέα χρόνια αργότερα, ανακάλυψε σε αργιλλώδες έδαφος βακτήρια ικανά να δεσμεύουν το άζωτο.

Η πιό σημαντική πρόοδος στην κατανόηση του φαινομένου, που αποκαλούμε σήμερα "κύκλο του Αζώτου", σημειώθηκε με την αναγγελία, το 1888, απ' τους: Χελλρίγκελ και

Ουίλφαρθ, οτι κατέδειξαν πως τα ψυχανθή φυτά, δεσμεύουν πραγματικά το ατμοσφαιρικό άζωτο υπο την μορφή νιτρικών αλάτων. Απέδειξαν πως η απορρόφηση αζώτου απ' τα ψυχανθή εξαρτάται απ' την παρουσία των φυματίων, πως ο ρυθμός απορροφήσεως του αζώτου είναι ανάλογος με τον αριθμό των φυματίων και πως τα φυτά δεν χρειάζονται ούτε αμμωνία ούτε νιτρικά άλατα στο έδαφος.

Το 1894 ο Βινογκρόντσκυ απομόνωσε τα βακτήρια που δεσμεύουν το άζωτο, ενώ άλλοι επιστήμονες, στην Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, συμπλήρωσαν την γνώση του κύκλου του αζώτου απομονώνοντας απ' το έδαφος τόσο νιτρωτικά όσο και απονιτρωτικά βακτήρια.

Μεγάλες πρόοδοι σημειώθηκαν, κατα τον 19ο αιώνα, στην μελέτη της φωτοσυνθέσεως. Ο Ντυτροσέ επέστησε την προσοχή στην λειτουργία των στομάτων των φυτών διαμέσου των οποίων εισδύει ατμοσφαιρικός αέρας στα μεσοκυτταρικά διαστήματα του φύλλου. Αλλά η λειτουργία αυτή των στομάτων απετέλεσε θέμα πολλών διενέξεων, ώσπου τα επιμελή πειράματα των: Μανζέν, Στολ και άλλων, το 1887 και τα επόμενα έτη, κατέδειξαν πως η διάχυση του CO2 μέσω της επιδερμίδος των φύλλων δεν αρκούσε για να εξηγήση την παρατηρούμενη δέσμευση του CO2 και πως το άμυλο σχηματίζεται μόνο στα μέρη του φυτού, όπου τα στόματα δεν αποφράσσονται.

Το 1817 απομονώθηκε και πήρε την ονομασία της η χλωροφύλλη (Πελλετιέ - Καβαντού) και το 1837 ο Ντυτροσέ ανεγνώρισε, πως μόνο τα κύτταρα που περιέχουν χλωροφύλλη είναι ικανά να αφομοιώσουν το CO2 . Το 1864 - 1869, ο Μπουσσενγκώ κατέδειξε την λειτουργία των χλωροπλαστών και την ύπαρξη του συντελεστή φωτοσυνθέσεως (CO2 / O2).

Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα οφείλονται στον Τζούλιους Ζάχς και τον μαθητή του Βίλχελμ Πφέφφερ. Κατα την δεκαετία του 1860, ο Ζάχς κατέδειξε πως η χλωροφύλλη σχηματίζεται μόνο στο φώς και πως το άμυλο είναι το πρώτο φανερό προϊόν της αφομοιώσεως του διοξειδίου του άνθρακος. Αρχισε επίσης την έρευνα των διαφόρων ακτινοβολιών του ηλιακού φάσματος, που λαμβάνουν μέρος στο φαινόμενο. Το 1881, ο Πφέφφερ έδειξε πως οι πλάστες είναι ανίκανοι να δεσμεύσουν το διοξείδιο του άνθρακος αν δεν υπάρχη χλωροφύλλη.

Το φάσμα απορροφήσεως της χλωροφύλλης χαρτογραφήθηκε πριν απο τα μέσα του αιώνος, αλλά το φάσμα δράσεώς της δεν καθορίστηκε πριν απο το 1870. Οι έρευνες των: Τιμιριάζεφ και Ενγκελμαν ήσαν ιδιαίτερα διαφωτιστικές. Με διαφορετικές μεθόδους ο καθένας εξακρίβωσαν πως η χλωροφύλλη απορροφά με μέγιστη ένταση τις ερυθρές ακτίνες του

φάσματος, με μικρότερη ένταση τις κυανοϊώδεις και με ελάχιστη τις κίτρινες και τις πράσινες.

Η παρουσία στα φύλλα και της ξανθοφύλλης ανακαλύφθηκε το 1872 απο τον Κράους. Το 1897 ο Εουαρτ ανακάλυψε βακτηριακή χλωροφύλλη στα ερυθροβακτήρια, ενώ ο όρος φωτοσύνθεση καθιερώθηκε το 1893.

Το 1893, οι Μπράουν και Μόρρις κατόρθωσαν να δείξουν πως σε όλα τα φύλλα περιέχονται γλυκόζη και φρουκτόζη και πως αυτές οι δύο ουσίες αντιπροσωπεύουν πιθανώς ένα προϊόν της φωτοσυνθέσεως προηγούμενο απο το άμυλο.

Ο Τόμας Αντριου Νάϊτ άρχισε την μελέτη των τροπισμών στα φυτά απο τις αρχές του 19ου αιώνα, έτσι απέδειξε το 1806 την σημασία της βαρύτητος στον καθορισμό της διευθύνσεως που ακολούθησε η αύξηση μιάς ρίζας ή ενός βλαστού. Η συμπεριφορά αυτή ονομάστηκε το 1868 γεωτροπισμός απο τον Ζάχς, που μελέτησε λεπτομερώς το φαινόμενο και εξακρίβωσε τον θετικό γεωτροπισμό της ρίζας και τον αρνητικό γεωτροπισμό του βλαστού.

Ο Νάϊτ ανεκάλυψε επίσης τον αρνητικό ηλιοτροπισμό των ελίκων ορισμένων κληματίδων, όπως της αμπέλου, ενώ ο Φόν Μόλ το 1827 δημοσίευσε μια κλασσική μελέτη για τον περιαλλοβλαστισμό των ελίκων και των αναρριχητικών φυτών.

Η εργασία του Δαρβίνου στο πεδίο αυτό, που την συνοψίζει στο έργο του: "Η ικανότητα κινήσεως στα φυτά", ήταν χαρακτηριστική για το νεώτερο έργο του, το βασισμένο σε επιμελείς και κοπιαστικές παρατηρήσεις και γεμάτο απο πολύτιμες υποδείξεις για τον νεώτερο ερευνητή.

Οι ΗΠΑ τον 19ο αιώνα.

Η φυσική ιστορία είχε παλαιότερα ελκύσει πλήθη ερασιτεχνών που ο ενθουσιασμός τους δημιούργησε μια βάση για την ανάπτυξη της επιστήμης. Η Ομοσπονδιακή Κυβέρνηση διοργάνωσε εξερευνητικές αποστολές και έφερε δείγματα χλωρίδος.

Αμερικανοί βοτανολόγοι όπως ο Τζών Τόρρυ και ο Εϊζα Γκραίϋ, είχαν διεθνή φήμη στον καιρό τους.

Η Λατινική Αμερική.

Στην Λατινική Αμερική διεξαγόταν δραστήρια και μεθοδική έρευνα στο πεδίο της Βοτανικής. Πρόσωπα που ενδιαφέρονταν να μελετήσουν τον κλάδο, παρουσιάστηκαν σε πολλές χώρες:

Ο Μανουέλ ντε Μοντεβέρντε στον Αγιο Δομίνικο, μελέτησε την τροπική χλωρίδα. Ο Νταμάσο Λαρραφλάγκα εγκατέλειψε την χώρα του, την Ουρουγουάη, για να γράψη για την χλωρίδα του Ρίο ντε Λα Πλάτα και της Παραλίας του Ατλαντικού. Ο Ιωσήφ Αρετσαβαλέτα συνέχισε αυτή την εργασία κάνοντας καταγραφή των ειδών.

Στην Αργεντινή ο Εδουάρδος Λαντισλάο Χόλμπεργκ δημοσίευσε το σπουδαίο έργο του "Χλωρίδα και Πανίδα της Δημοκρατίας". Στην Κολομβία παρόμοια εργασία έγινε απ' τον Φλωρεντίνο Βέγκα στο έργο του "Βοτανική της Νέας Γρανάδας". Στην Χιλή ο εκ Γαλλίας Κλώντ Γκαί έκαμε καλλιτεχνικές έγχρωμες εκτυπώσεις βοτανικής και ζωολογίας.

Αργότερα ο Κάρλ Ράϊχε δημοσίευσε μία εργασία στην γερμανική για την βοτανική γεωγραφία της Χιλής και ο Ουίλιαμ Χάντσον εισήγαγε μιά ποιητική νότα με τίς γοητευτικές περιγραφές του για τα δένδρα και πτηνά της Πάμπα και της Αργεντινής Παταγωνίας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 4ου και 5ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

GOETHE JOHANN WOLFGANG: WORKS NEW YORK 1902

MAGNUS RUDOLF: GOETHE AS A SCIENTIST NY 1949

THORNDIKE LYNN: HISTORY OF MAGIC AND EXPERIMENTAL SCIENCE NY 1929

THORNDIKE LYNN: SCIENCE AND THOUGHT IN THE FIFTEENTH CENTURY NY 1929

EVELYN JOHN: DIARY.EVERYMAN'S LIBRARY

WOLF A: HISTORY OF SCIENCE TECHNOLOGIE AND PHILOSOPHY IN THE 18TH CENTURY NY 1939

LOCY W: GROWTH OF BIOLOGY NY 1925

GOURLIE NORAH: THE PRINCE OF BOTANISTS CARL LINNAEUS LONDON 1953

HAZARD P: EUROPEAN THOUGHT IN THE 18TH CENTURY NEW HAVEN 1954

LOCY W: BIOLOGY AND ITS MAKERS NY 1915

GUBERNATIS DE A: LA MYTHOLOGIE DES PLANTS PARIS 1878

CANDOLLE DE P: PHYSIOLOGIE VEGETALE

HEUZE G: LES PLANTS ALIMENTAIRES

SAINT-BEUVE: PORTRAITS OF THE 18TH CENTRURY NY 1905

LECKY W: HISTORY OF THE RISE AND INLUENCE OF THE SPIRIT RATIONALISM IN EUROPE LONDON 1910

OSBORN H: FROM THE GREEKS TO DARWIN NEW YORK 1922

BEURNE M: COURT PAINTER AND HIS CIRCLE LONDON 1913

ROGER J: LES SCIENCES DE LA VIE DANS LA PENSEE FRANCAOSE DU XVIIIe SIECLE

F.A.O OF THE UNITED NATIONS: TEN YEARS OF FORESTRY IN F.A.O ROME 1957

WINTERS R: FIFTY YEARS OF FORESTRY IN THE USA WASHINGTON D.C. 1950


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Εικοστός αιώνας

Ο εικοστός αιώνας ειναι ο αιώνας των φυλογενετικών συστημάτων, τα οποία θέτουν σαν γνώμονα την βαθύτερη διείσδυση στις μεταξύ των φυτών σχέσεις συγγενείας. Η περίοδος αυτή υπήρξε απο κάθε άποψη γονιμώτερη απο την προηγούμενη και η σημασία των δημοσιευθέντων συστημάτων συνίσταται στην σπουδαιότητα των μορφολογικών γνωρισμάτων, γι' αυτό και καλούνται μορφολογικά συστήματα.

Το σύστημα που προτάθηκε απο τον Engler (1924-1954), μπορεί να θεωρηθή σαν το τελειότερο και καλύτερα ανταποκρινόμενο προς την πραγματικότητα. Αλλα συστήματα προτάθηκαν κατα καιρούς απο τους: Harder, Firbas (1951), Mevius και Domke (1952).

Το 1962 ο Harder εξεπόνησε ενα σύστημα κατατάξεως των φυτών το οποίο ακολουθείται μέχρι σήμερα και το οποίο αποτελείται απο τα εξής επτά βασικά αθροίσματα:

1.ΒΑΚΤΗΡΙΟΦΥΤΑ

2.ΚΥΑΝΟΦΥΤΑ

3.ΦΥΚΟΦΥΤΑ

4.ΜΥΚΟΦΥΤΑ

5.ΒΡΥΟΦΥΤΑ

6.ΠΤΕΡΙΔΟΦΥΤΑ

7.ΣΠΕΡΜΑΤΟΦΥΤΑ

Οι προσπάθειες για την κατάρτιση ενός τελειότερου συστήματος κατατάξεως των φυτών δεν σταμάτησε,διότι κανένας συστηματικός βοτανικός δεν θα μπορούσε να ισχυρισθή οτι το σύστημάτου είναι πλήρες και τέλειο.

Συγχρόνως, λόγω της ανακαλύψεως του μικροσκοπίου, άεχισε το φυτό να ερευνάται απο μορφολογικής, κυτταρολογικής, ανατομικής, και φυσιολογικής απόψεως για να οργανωθή η Βοτανική σε ιδιαίτερη επιστήμη με πολυάριθμες αλληλοσυνδεόμενες ειδικότητες στις οποίες κατ' ανάγκη διαχωρίστηκε, για να ανταποκριθή στις έρευνες που χρειάζεται να γίνουν για να μελετηθή το φυτό σαν ένας βιολογικός παράγοντας που είναι.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Η Ελληνική συμβολή

Απο Ελληνικής πλευράς, μόνον μετά την Τουρκοκρατία άρχισε να αναπτύσσεται η Επιστήμη της Βοτανικής αρκετά μάλιστα ικανοποιητικά, τουλάχιστον απο απόψεως χλωριστικής έρευνας.

Κατα τα έτη του Τουρκικού ζυγού πολλοί επισκέπτες απο την Δύση ασχολήθηκαν κατα το πλείστο με την δημιουργία συλλογών των φυτών που απαντούσαν στην Ελληνική γή. Ενας απο αυτούς, ο Θεόφιλος Καϊρης κατήρτιση βοτανική συλλογή απο 464 φυτά για να διδάξη το μάθημα της Βοτανικής στην Πάδοβα, το 1804. Ο πρώτος όμως που έκανε γνωστό το φυσικό κόσμο της Ελλάδος ήταν ο Αγγλος βοτανικός Sibthrop, ο οποίος το 1803 δημοσίευσε το έργο του "Flora Graeca" και τον ακολούθησαν οι: Fries, Bory de Saint Vincint, Chaubard και άλλοι.

Με την ίδρυση του Πανεπιστημίου Αθηνών άρχισε να αναπτύσσεται η Βοτανική σαν Επιστήμη την οποία βοήθησαν πολλοί οι οποίοι έδωσαν και μεγάλη ώθηση στην ανάπτυξή της. Στους πρωτοπόρους κατατάσσονται οι ακόλουθοι:

Fraas (1838-1842) πρώτος Καθηγητής της Βοτανικής,

Θεόδωρος Ορφανίδης (1888) Καθηγητής,

Θεόδωρος Heldreich (1902) Επιμελητής του Βοτανικού κήπου, και άλλοι όπως:

Halacsy, Ευστ. Πονηρόπουλος, Σταμ. Κρίνος, Δημ. Κουτσομητόπουλος, Unger Fr, Koerber G, Steiner J, Κων. Κανταρτζής, Θεοδ. Αφεντούλης, Π. Γεννάδιος, Σπ. Μηλιαράκης, Δ. Δημάδης, Νικ. Μοντεσάντος, Δημ. Ζαγανιάρης, Π. Κοντός, Σπ. Μαλακατές, Σοφία Τοπάλη και άλλοι.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 6ου ΚΑΙ 7ου ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ

κΑΒΒΑΔΑ Δ: ΒΟΤΑΝΙΚΟΝ ΦΥΤΟΛΟΓΙΚΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ, ΑΘΗΝΑΙ 1952

UNESCO: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1966

ΓΚΑΝΙΑΤΣΑ Κ: ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΒΟΤΑΝΙΚΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 1976

εΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ "ΠΥΡΣΟΥ", ΑΘΗΝΑΙ 1932

ΕΠΙΤΟΜΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ", ΑΘΗΝΑΙ 1935


ΓΕΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

THOMPSON R: THE ASSYRIAN HERBAL, LONDON 1924

CHILDE V: WHAT HAPPENED IN HISTORY, MIDDLESSEX, 1943

FORBES R: THE FIBRES AND FABRICS OF ANTIQUITY, LEIDEN 1955

FORBES R: FOOD IN CLASSICAL ANTIQUITY, LEIDEN 1955

THOMPSON R: A DICTIONARY OF ASSYRIAN BOTANY, LONDON 1949

SINGER C: THE HERBAL IN ANTIQUITY, 1927

HEITLAND W: AGRICULTURE, OXFORD, 1923

UNESCO: ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ 1966

ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΝ ΛΕΞΙΚΟΝ ΤΩΝ ΕΡΓΩΝ, ΑΘΗΝΑΙ 1964

DURANT W: ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, ΑΘΗΝΑΙ 1965

PARAIN CH: THE EVOLUTIONOF AGRICULTURAL TECHNIQUE, CAMBRIDGE, 1942

EVANS C: LOWLAND SOUTHAMERICA, CHICAGO, 1964

SHETRONE H: THE MOUND-BUILDERS, NY, 1930

 
 

 
© E.D.POLLATOS 1994