|
Ο
Νέος που Ζούσε το Μύθο
Συγγραφέας
: Πλάτων
Μαλλιάγκας
Εκδόσεις : Νέα Σύνορα
- Λιβάνη
«Είναι
άραγε κακό να θέλω τη γυναίκα κάποιου άλλου που μόλις
τα τίναξε;»
Στέφανος Ποταμίτης.
Ένας νεαρός, σχεδόν... γουντιαλενικός ήρωας. Ένας μοναχικός
επαρχιώτης φοιτητής στην Αθήνα, βιβλιοφάγος, ντροπαλός
κι αιθεροβάμων, που λαχταρά έναν ορίζοντα ανοιχτό μέσα
στην οικονομική κι ερωτική ανέχειά του.
Μια κακή... εύνοια
της τύχης θα του προσφέρει στο διάβα του το προρτοφόλι
ενός πλούσιου νεκρού κι ένα έρωτα κατλυτικό για τη νεαρή
και μυστηριώδη χήρα. Θα τα καταφέρει ή θα παραμείνει μετέωρος;
Υπάρχου λύσεις για τους πειρασμούς;
Χιούμορ, ευαισθησία,
ειρωνική διάθεση αλλά και στοχασμός πάνω στη μοναξιά,
στη διαφυγή του ονείρου, στη σφοδρή επιθυμία συνάντησης
με τον άλλο. Ενίοτε ένα πρωτότυπο παιχνίδι του φανταστικού
με το παραγματικό. Κι ακόμη μια ενδόμυχη αγάπη για τους
χυμούς της ελληνικής γλώσσας.
Γ.
Β.
«Ο
άντρας που αφήνεται να τον δαμάσει η αγάπη για το άγνωστο
είναι σαν τον εξερευνητή που αψηφά τους κινδύνους. Το
μόνο που ζητάει η ψυχή του είναι να ανακαλύψει τα μυστικά
τοπία του άλλου, να περπατήσει τις πιο εσωτερικές του
ατραπούς. Το προαιώνιο ένστικτο του κυνηγού τον ωθεί
να τρέξει κατά πάνω στη λαφίνα που σκυμμένη στην πηγή
δροσίζεται, όμως η παλαιά επιθυμία του να σκοτώσει,
μεταμορφώνεται σε ορμή ν' αγαπήσει, ν' αγαπηθεί, να
περιπτυχθεί».
(1ο απόσπασμα)
ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ
ανασηκώνει το κεφάλι προς τον ουρανό να λουστεί στο φως.
Ακτίνες, αρχαίος πλούτος εισχωρεί στους πόρους. Θερμός
ήλιος, Λόγος δαψιλής, θέρος. Θέλει να περπατήσει στα χωράφια,
να δει τα στάχυα εκεί που μεγαλώνουν. Καρπίζει στη συνείδησή
του λόγος καινός. Ο άντρας που αφήνεται στο φως, στη λεπτότατη
διασπορά του, στη διάχυση που αυγάζει ολόγυρα σε κύματα.
«Οφθαλμός του ήλιου. Τίποτε κρυπτόν. ΕΙΜΑΙ κι αυτό δεν
είναι μικρό πράγμα. Κατσουλιέρης, μικρό πουλί που θέλει
να βρει το ταίρι του. Πες το, δεν είναι κακό. Θ ακολουθήσω
την πρώτη που θα βρω, κι αν είμαι λίγο τυχερός, δε θα
τις αρπάξω. Είμαι μια βρώμικη σκιά, η εικόνα της έλλειψης.
Τροχιά ελλειπτική, σύνολο των λαθών μου, το καταδικό μου
λάθος. Καμιά δε θα γυρίσει να με κοιτάξει. Την πρώτη είπα;
Μα τούτη είναι γριά, τι μπορώ να της πω; Ντρέπομαι να
την αντικρίσω, να καθρεφτίσω στην όψη της τη δική μου.
Είπα και ξελέω. Όχι την πρώτη, μα την πιο θελκτική. Αυτή
θα πάρω στο κατόπι. Κατά πως φαίνεται μπορεί να είναι
και η τριτοτεταρτοπέμπτη.
»Νάτα που κουδουνίζουν. Κλιν, κλον! Τρεις χιλιάδες και
κάτι ψιλά. Κάποιο τραίνο να πάρω. Στοιχίζει πιο φτηνά.
Όπου δω σιταγρούς και κοντά τους βουνό, θα κατέβω. Ωχ,
τα γράμματα! Δεν κοίταξα βγαίνοντας... Καλή μου μνήμη,
μην μ' εγκαταλείπεις από τόσο νωρίς. Είμαι παιδί. Φως,
άνθρωπος. Άμα στον Όμηρο ο άντρας είναι φως, τότε η γυναίκα
τι είναι; Η γυναίκα τρεις φορές φως. Τούτη μου φαίνεται
για μικροπαντρεμένη. Έχουν κάτι στα μάτια που το φωνάζει.
Κάτι στο ντύσιμο. Αλλιώς βαστάνε τα πράγματα. Φορούν κοσμήματα.
Με είδε. Τον είδα το μορφασμό σου, δε σ' αδικώ. Επικρατεί
η συνήθεια να τα συγχωρούνε όλα στις όμορφες και δε σκοπεύω
να την αλλάξω εγώ. Δε σ' αδικώ. Είδα στα μάτια της πλατιά
ξεκάθαρη την αποστροφή. Τι να τις κάνεις όταν δεν μπορούν
να δουν πιο μέσα; Τα στολίδια είναι ένα πέπλο, ένα σύννεφο
που εμποδίζει την όραση. Δε σε κατηγορώ, μα με φουντώνει
μια κακία ανεξέλεγκτη. Θυμήσου με κάποτε, όταν θ' αρχίσουν
να πέφτουν τα δόντια σου. Θα ζαρώσεις κι εσύ, όταν εγώ
θα είμαι ακόμα νέος.
»Ω,
Θεέ μου, τι όμορφη που είναι, παρ' όλα αυτά! Πού ξαπλώνει,
ποιος τη χαίρεται, ποιος τυχεράκιας; Ζουζούνα! Όχι, πολύ
κοινότοπο. Βρες... βρες κάτι άλλο γρήγορα. Πασχαλίτσα...
φοραδίτσα... όχι, όχι... Γαλαζοπαπαδίτσα, Πετροπέρδικα,
Μικροπουλάδα, Φαλαρίδα, Πετροτριλίδα, Καλημάνα, Λευκοσκαλίδρα,
Μπεκατσίνι μου, Τρυγόνα... Να, που μου χρειάστηκε το λεύκωμα.
Μόνο που ακόμα δεν μπορώ να τα πω φωναχτά. Όταν όμως το
πάρω απόφαση, θα είμαι προετοιμασμένος μ' έναν πλουσιότατο
κατάλογο προσφωνήσεων. Τρυγόνα μου πιστή... Λες να τους
αρέσει; Ποιος να ξέρει; Πού να ρωτήσω; Τα βιβλία δε λένε
αναλυτικά. Θα πρέπει να δοκιμάσω και ύστερα να δω. Ο Πεντζίκης
έλεγε «Κουακαλιμόκο», Θεός του πολέμου. Δεν είπε όμως
αν έπιανε αυτό τελικά στα κορίτσια της παραλίας. Τότε
που τον διάβαζα ήρθε στον ύπνο μου, αλλά ούτε και τότε
μου απάντησε. Μου κουνούσε μονάχα το δάχτυλο κι έλεγε
θαρρείς μαλώνοντάς με: Δεν υπάρχει χρόνος, μ' ακούς; Χρόνος,
αισθητοποίηση του Πονηρού, μ' ακούς; Ήταν κάπου δυο χρόνια
πεθαμένος... Μου είναι πιο εύκολο να μνημονεύω τους πεθαμένους,
αλλά με τους ζωντανούς τι γίνεται; Δεν έχω τον τρόπο.
Αδυνατώ να τους παραδεχτώ. Είμαι καλύτερος, λέω, και τους
αποδιώχνω. Αισθητοποίηση του Πονηρού. Πώς ν' αγκαλιάσω
έναν ολοζώντανο άνθρωπο, χωρίς να αισθάνομαι ότι σβήνω,
ότι καταντώ ένα τίποτα απέναντί του; Με τέτοια υπερηφάνεια,
πώς; Μήπως δεν είναι μόνο η απλυσιά που τις απομακρύνει;
Μήπως... ω! Κι άλλη! Όμορφη, υπέροχα όμορφη! Έστω και
με τα θαμπά χρυσάφια, Κλεοπάτρα... Πεταλουδίτσα μου, γύρνα
να σε δω. Μικρούλα, ανήλικο. Δεκαεπτά, άντε δεκαοχτώ.
Πάει ακόμα σχολείο, συγκρατήσου.
»Πώς να κλειστεί το θαύμα μες στο χρόνο; Η ηλικία είναι
ψέμα. Αισθητοποίηση του... Σ' ακολουθώ. Όχι, μην μπαίνεις
μέσα. Όχι... Μάλλον θα ψωνίσει ένα πέμπτο μπλουζάκι κοντό.
Έχει ήδη ένα πρώτο λίγο, ένα δεύτερο λιγότερο, ένα τρίτο
περισσότερο, το τέταρτο μεσαίο το φορεί. Πού τα βρίσκουν
τα χρήματα; Φοράνε κάτι ρούχα! Παιδεμός. Βασανάκια...
Θα τυπώσω. Ζεστά, μπλε, σπαρταριστά, στη βιβλιοθήκη. Σαν
χαμάλης είμαι, δεν πάει άλλο. Άμα τυπώσω καμιά διακοσαριά
απ' αυτά, ακόμα και κικιρίκου να τους λέω, θα έρχονται,
δεν μπορεί. Μα έτσι, πώς να εμπιστευτώ ότι κοιτάνε και
πιο μέσα; Πιο βαθιά είμαι Κατσουλιέρης, φαίνεται; Όχι,
δε φαίνεται. Έ, αϊ σιχτ... Πάει, μου κόλλησε. Είπα θα
λέω κάτι καινούργιο, και πάλι τα ίδια. Τούρκος...»
(2ο απόσπασμα)
ΜΕΤΑ
ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ έκανε ένα κρύο μπάνιο να ξεπλυθεί από την αλμύρα
που συνέλεξε το σώμα του στη θάλασσα. Έπειτα κάθισε να
διαβάσει τον Howking ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Για τρεις
ολόκληρες ώρες βυθίστηκε με απόλαυση σε εμπνευσμένα ύδατα
θεωριών αστροφυσικής. Αποξεχάστηκε σε τέτοιο βαθμό που
αν κάποιος γκρέμιζε εκείνη τη στιγμή το μικρό του σπίτι,
καταφέρνοντας να μην αγγίξει τον ίδιο, δε θα το έπαιρνε
είδηση.
Η ανάγνωση του φαινόταν
σαν ταξίδι μυστικό, σαν περιπλάνηση στα μυθικά τοπία του
σύμπαντος που είχε μάθει από παιδί να το αισθάνεται σαν
την αριστουργηματική προέκταση του σμικρού του σώματος.
Ταυτόχρονα του είχε λείψει πολύ η παλαιά του συνήθεια
να καταβροχθίζει τις σελίδες σαν αχόρταγο βρέφος κι από
την άλλη οι τελευταίες θεωρίες περί χρόνου τον άγγιζαν
σαν αποκαλυπτικές αλήθειες του προσωπικού του μύθου. Τις
ίδιες θεωρίες αυτός τις είχε ανιχνεύσει κατά το παρελθόν
μέσα σε πλήθος άλλα άσχετα αναγνώσματα περασμένων αιώνων.
Τις είχε ψηλαφίσει στα φιλοσοφικά και φυσικά κείμενα των
αρχαίων, στα ιστορικά βιβλία, στα συναξάρια, στα λατρευτικά,
δογματικά, ποιητικά κείμενα των βυζαντινών, στα παραμύθια•
τις είχε αναγνωρίσει ζωντανές στις μύριες προφορικές παραδόσεις
των λαϊκών ανθρώπων, στις ιστορίες, στην εμπειρία, στους
θρύλους τους. Τελευταία φορά τις είχε συναντήσει ξεκάθαρα
σε κάποιο βιβλίο του αγαπημένου του Ρώσου συγγραφέα, όταν
ο επιληπτικός ήρωας περιγράφει κάποιες εμπειρίες που του
χάριζαν οι δυνατές κρίσεις της ασθένειάς του, όταν ξαφνικά
φτάνει στη συνειδητοποίηση της φράσης: και χρόνος ουκέτι
έσται. Και να, τώρα έρχεται η Φυσική, τελευταία και καταϊδρωμένη
να πει: συμφωνώ, το λένε κι οι εξισώσεις. Τελευταία, ανύποπτη,
εντελώς αδιάβαστη, κακομοίρα και παρ' όλα αυτά με ύφος
προμηθεϊκό, νομίζοντας πως κομίζει νέες πρωτόφαντες αλήθειες.
Η αλαζονεία του ανθρώπου που δεν ξέρει πώς να σκουπιστεί.
Πριν
τον πάρει ο ύπνος με το βιβλίο στα χέρια, ακολούθησε με
υποταγή τους συνειρμούς του και συλλογίστηκε:
Περί χρόνου και του
πώς ο άνθρωπος παρατηρώντας το φως των μακρινών γαλαξιών,
το οποίο επισκέπτεται τον γαλάζιο πλανήτη μας ύστερα από
ταξίδι εκατομμυρίων ετών, στην ουσία παρατηρεί το σύμπαν
όπως ήταν κατά το παρελθόν.
Περί καμπυλότητας χωροχρόνου
και του πώς η πιο σύντομη διαδρομή μεταξύ δύο σημείων
είναι η καμπύλη.
Περί γεωδαισικών καμπύλων
και του πώς το πιο σύντομο διάστημα μεταξύ του ιδίου και
της Σοφίας αποδείχτηκε η κυρτή διαδρομή που περνούσε από
το θάνατο του συζύγου της.
Περί των κροσσών συμβολής
και του πώς το φως της αγάπης, που εκπέμπει ένα πρόσωπο,
διαχέεται μέσα από πολλές διαφορετικές υπάρξεις ταυτόχρονα,
ακριβώς όπως κάθε ηλεκτρόνιο περνά κάθε φορά κι από τις
δύο σχισμές στο πείραμα του διαφράγματος.
Περί συνθέσεως των
παραμικρών σε μέγεθος σωματιδίων από τριάδες άλλων μικρότερων
με το όνομα «κουάρκς». Όνομα πού, όπως έλεγε ο παραπληγικός
ερευνητής, αντλήθηκε από κάποια αινιγματική φράση του
Joyce.
Περί αντιστοιχίας των
ονομάτων των κουάρκς με τη δική του πραγματικότητα.
Έξι παραλλαγές κουάρκς
που ονομάζονται αρώματα: Ως άρωμα εξαίσιο βιώνει ο Στέφανος
από παιδί, παρ' όλες τις καθημερινές αντιξοότητες, το
δώρο της ύπαρξης.
Άρωμα πρώτο: «επάνω»
Η ενδόμυχη επιθυμία
του να κυριαρχεί στα άτομα.
Άρωμα δεύτερο: «κάτω»
Η παλαιά του αθέλητη
συνήθεια να ηττάται εξ' ολοκλήρου από κάθε γοητευτική
γυναικεία παρουσία.
Άρωμα τρίτο: «παράξενο»
Ο τρόπος διαβίωσής
του κατά την άποψη πολλών γειτόνων και συμφοιτητών.
Άρωμα τέταρτο: «γοητευτικό»
Η παρουσία του _ μετά
την εύρεση του πορτοφολιού _ κατά κοινή ομολογία συμφοιτητριών
και αγνώστων γυναικών που συναντούσε στο δρόμο του.
Άρωμα πέμπτο: «κορυφή»
Η πιθανή κατάκτηση
της Σοφίας που βιώνεται εκ των προτέρων με τη φαντασία
ως θριαμβευτική κορύφωση της προσπάθειάς του.
Άρωμα έκτο: «πυθμένας»
Η πιθανή αποτυχία του
να την κερδίσει που βιώνεται ως απειλή θανάτου, ήτοι ποντισμού
του στον πυθμένα του ατελέσφορου.
Περί των τριών χρωμάτων
των κουάρκς, συλλογίστηκε: «Το χρώμα του σώματος της κάθε
γυναίκας ένας ορίζοντας κρυμμένος από την πρωινή των υδάτων
εξάτμιση. Ζητάει να εξερευνηθεί καθώς η ατμόσφαιρα θα
καθαρίζει, όταν η ώρα θα πλησιάζει μεσημέρι».
Περί της μυστικής γοητείας
που ασκούσε πάντοτε στην ψυχή του η φράση του Προυστ:
«Καμιά φορά στο σκοτάδι καθυστερούσε μια γυναίκα».
Περί υπάρξεως αντισωματιδίων
και ίσως, κατ' επέκταση, αντιανθρώπων και αντικόσμων.
Περί της πιθανότητας
ο Ευγένιος να μην είναι νεκρός άνθρωπος αλλά ο ίδιος ο
αντιεαυτός του που αν τον αγγίξει να χαθούν κι οι δυο
ακαριαία μέσα σε μια δυνατή λάμψη φωτός. Όμως ο Ευγένιος,
κατά κάποιον τρόπο, τον είχε ήδη αγγίξει όταν συνέτασσαν
τις ψευδείς επιστολές.
Περί ανταλλαγής βαρυτονίων
μεταξύ των σωμάτων και της πιθανότητας η λατρεία του για
τη Σοφία να μην είναι παρά αποτέλεσμα μιας τέτοιας σχέσης.
Αλλά αν συνέβαινε αυτό, δε θα έπρεπε ο ίδιος να μειώσει
τη δική του εκπομπή, ώστε το ποθούμενο πρόσωπο να πέσει
κυριολεκτικά επάνω του εξ' αιτίας της βαρυτικής έλξης;
Με ποιο τρόπο είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Ερχόμενος μήπως
σε επαφή μαζί της κι ύστερα αποφεύγοντάς την ώστε να την
κάνει να τον κυνηγήσει εκείνη;
Περί ασυμπτωτικής ελευθερίας
των σωματιδίων, που αν και δύσκολο να ανιχνευτούν, ωστόσο
τους επιτρέπεται να έχουν μια σαφώς καθορισμένη ύπαρξη.
Κατά έναν ανάλογο τρόπο δεν ανιχνεύεται και η παρουσία
των νεκρών στη ζωή μας και κατ' επέκταση η παρουσία του
Ευγένιου στη δική του;
Περί υποδοχής. Πώς
τον υποδέχτηκε η νεαρή υπηρέτρια το πρωί και πώς αργότερα;
Πώς τον ξεπροβόδισε αφού πρώτα του είχε δώσει το τηλέφωνο
της Σοφίας; Σε όλες τις περιπτώσεις η απάντηση ήταν: ευγενικά,
με επαγγελματική ευσυνειδησία.
Περί διαλόγου. Πώς
συνδιαλέχτηκε με τη Σοφία και ποιες δυνάμεις αλληλεπιδρούσαν
κατά τη συνομιλία τους. Απάντηση: δυνάμεις ενοχής, κυριαρχίας,
εξουσίας, ήττας, ελευθερίας, έρωτος.
Περί γοητείας. Πώς
τον κοιτούσαν οι νεαρές στην παραλία και ποιες δυνάμεις
αλληλεπιδρούσαν; Απάντηση: έκπληξη, απορία, μαγνητισμός,
έλξη, βαρύτητα, μείωση από μέρους του εκπομπής βαρυτονίων,
απώθηση, ναρκισσισμός, αδιαφορία, λιποψυχία, αταξία.
Περί ανθρωπικής αρχής.
Αν το σύμπαν επειγόταν να δημιουργήσει τον άνθρωπο, κατά
συνέπεια επειγόταν να δημιουργήσει και τη Σοφία. Γιατί
όμως το σύμπαν επείγεται σε μια δεδομένη στιγμή να καταστρέψει
τον Ευγένιο; Απάντηση: Για να αναγεννήσει τον Στέφανο.
Περί των σκέψεων που
έκανε στον μικρό κόλπο κοντά στο Σούνιο.
α) Αν η θάλασσα είναι
η παλαιά μας πατρίδα, αν απ' αυτήν προερχόμαστε όλοι,
τότε οι προπάτορες της Σοφίας και οι δικοί του ίσως ήταν
πλάσματα νηκτικά.
β) Γι αυτό το λόγο
αγαπάει τόσο τη θάλασσα ο Στέφανος;
γ) Αν το ποσοστό των
γυναικών που αντιστοιχεί σε κάθε άντρα επάνω στον πλανήτη
είναι της τάξεως του 2,5 προς 1, σύμφωνα με τις στατιστικές,
τότε ποιος γλεντάει με το ποσοστό του Στέφανου; Σίγουρα
κάποιος χαίρεται πέντε γυναίκες ταυτόχρονα, τη στιγμή
που ο ίδιος δεν έχει καμία.
δ) Συνειδητοποιώντας
την κατάφωρη αδικία που περιγράφεται παραπάνω, οργισμένος
σήκωσε ένα βότσαλο από την παραλία και το πέταξε με δύναμη
στη θάλασσα.
ε) Ευχόταν το βότσαλο
αυτό να έβρισκε κατευθείαν στο κεφάλι τον άντρα με τις
πέντε γυναίκες.
ζ) Γέλασε με τον εαυτό
του και κατέβαλε προσπάθεια ν' αποδιώξει από την καρδιά
του τέτοιες εμπαθείς επιθυμίες.
...........................................................................................................
(απόσπασμα
από το 16ο κεφάλαιο)
|