|
Χρήστος Χρηστοβασίλης
(αποσπάσματα από το βιβλίο «Ο Κουτσογιάννης
στα Γιάννινα», εδόσεις ¨Στιγμή¨, Περιέχεται και στο βιβλίο
«Διηγήματα της στάνης», εκδόσεις ¨Νεφέλη¨)
«...Ακολούθησε ο Κουτσογιάννης
τον Κώστα, κι όσο προχωρούσαν προς την καρδιά της πολιτείας
τόσο πυκνότερη η πολυκοσμία, τόσο κι η χλοβοή δυνατότερη.
Χριστιανοί, Τούρκοι, Εβραίοι πήγαιναν άνω-κάτω και πέρα-δώθε
σαν μελίσσια στο κρινί. Οι Χριστιανοί περβατούσαν περήφανα,
οι Τούρκοι αργά-αργά, και πολλοί απ' αυτούς τραβούσαν
τσιουμπούκι ενώ περβατούσαν, κι οι Εβραίοι, ζωσμένοι στη
μέση τους ταβλάδες γεμάτους πραγματείες περβατούσαν, άναργα-άναργα,
φωνάζοντας ψαλμωδικά: «Ράααααματα καλά! Πραμάαααατειες
καλέεεες!» Βλέποντας όλα' αυτά ο καημένος ο Κουτσογιάννης
γύριζε σαν ανεμοδείχτης, αλλά τι να προωτοϊδεί και τι
να προτακούσει απ' όλα όσα ήταν ολόγυρά του. Βρίσκονταν
σ' έναν φοβερό λαβύρινθο μέσα, που τού 'χε πάρει όλον
του το νου. Ήθελε νά 'χε χίλια μάτια να βλέπει κι άλλα
χίλια αυτιά ν' ακούει. Ένα ζευγάρι μάτια κι ένα ζευγάρι
αυτιά δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν καθόλου την περιέργειά
του. Τέλος έφτασαν στο χάνι του Πράσσου, στον «Πλάτωνα»,
μοναδικό χάνι και ξακουσμένο σ' όλην την Ήπειρο. Εκεί
ήταν οι μεγαλύτερος θόρυβος και το μεγαλύτερο κακό. Σαράντα
καβάλες έμπαιναν και σαράντα καβάλες έβγαιναν. Θόρυβος,
κακό, κοσμοχαλασιά! Οι λαχανοπούλοι φώναζαν απ' έξω: «Σπανάκια,
παζιά, μαρούλια, μακεδονήσι, κολοκυθάκια, χλωροκούκια...»
Οι κρεασοπούλοι: ο ένας απ' εδώ βροντερά βροντερά: «Κατσ'κομούν'χοοο!».
Οι άλλοι απ' εκεί: «Κριαρίσιοοο!». Τρίτος με ψιλή φωνή:
«Αρνάκι το καημένο!». Τέταρτος: «Κατσίιικι!». Κι ανάμεσα
σ' όλες τες φωνές ξεχωριστές κουβέντες των κρεασοπούλων,
που πουλούσαν κι έκοβαν: «Κόψ' τ' αγά το κεφάλ' !». «Βγάλ'
του μπέη το λαιμό». «Κόψ' τ' άρχοντα το μπούτι!». Τα ποδοβολητά
των αλόγων και των μουλαριών ψηλά στα γκαλτερίμια ξυπνούσαν
και πεθαμένους, και κοντά σ' αυτά όλα που είπαμε, άλλοι
συγρατούμενοι θόρυβοι από τες ζυγαριές των καταστημάτων,
από τα ξεφορτώματα των φορτιών, από τα χλιμιντρίσματα
των αλόγων και των μουλαριών, και τα γκαρίσματα των γαϊδουριών,
από τα βελάσματα των προβάτων, των γιδιών, των αρνιών
και των κατσικιών, που τα κουβαλούσαν στην αγορά για να
τα πουλήσουν, από τα πελεκήματα των σαμαράδων, από τα
χτυπήματα των τσαρουχάδων και των κουντουράδων, από τα
τσιοκανίσματα των σιδεράδων και των χαλκωματάδων, από
τα καλιγώματα των πεταλωτάδων, από τα τραγούδια των τσιούρηδων
και των μπαντίδων, που είχαν πάντα την κάπα της κρεμασμένη
στα χάνια, από τα λαλούμενα των γύφτων, έκαναν ένα είδος
διαβολικής μουσικής, πώφτανε ως τα κατακλείδια της γης
κάτω κι ως τον ουρανόν απάνω. Κατέβηκε από το μουλάρι
ο Κώστας, το ξεφόρτωσε και το παράδωκε σ' έναν από τους
πολλούς αχουρτζήδες του χανιού, έδωκε την κάπα του και
τη βελέντζα του σ' ένα χαντζόπουλο, και πήρε τες πλόσκες
του, τα σακούλια του καιτ ο ντισάκι του για να βγεί στο
παζάρι να ψωνίσει. Ο Κουτσογιάννης τον πήρε από το κοντό,
σαν το πιστό σκυλί τον αφέντη του. Μόλις έκαναν λίγα βήματα
κι ο Κουστογιάννης ρώτησε τον Κώστα ανυπόμονα: «Πού π'λούν
φλοέρες;» «Στο παζάρι...» «Πότε πάμε στο παζάρι; Τι πράμα
είναι το παζάρι;» «Να, εδώ είναι το παζάρι... Στο παζάρι
βρίσκομέστε...». Βρίσκονταν ακριβώς στον περίφημο και
ιστορικό «Πλάτωνα» όπου αρχίζει η καρδιά του παζαριού,
όπου ντιχαλώνεται ο μεγάλος δρόμος, κι ο ένας πάει κατά
το Κοραμανειό και το Κάστρο κι ο άλλος κατά τη Μητρόπολη
και το Σεράι. Βρίσκονταν στον «Πλάτωνα», που ήταν μια
φορά οι ψησταριές, οι κρεμάλες και τα τσιγκέλια για τους
Αρματωλούς και του Κλέφτες, αφόντας είχαν πέσει τα Γιάννινα
στα τούρκικα τα χέρια ως την ημέρα που σκοτώθηκε ο Αλήπασάς,
κι ως ύστερα ακόμα, ως τα 1854. Βρίσκονταν στον τρομερό
«Πλάτωνα», τον ελληνικό Γολγοθά, που ήταν θρεμμένος με
αίμα γενναίο ελληνικό, αφόντας είχε φυτρώσει από της Γης
τον κόρφο, και δεν περνούσε κανένας Χριστιανός μπροστά
του χωρίς ν' ανατριχιάσει! Άμα ήκουσε ο Κουστογιάννης
ότι βρίσκονταν στο παζάρι, όπου του είπε ο Κώστας πως
πουλιώνται οι φλογέρες, πιάσ' τον αν μπορέσεις! Δυνάστεψε
την περπατησιά του, ξεπέρασε τον Κώστα χωρίς να το καταλάβει,
κι άρχισε να ρωτάει σε κάθε εργαστήρι που περνούσε: «Εχ'ς
φλοέρες; Εχ'ς φλοέρες;». Δοκίμασε ο Κώστας να τον φ΄τασει
αλλά δεν μπόρεσε. Ο Κουτσογιάννης έτρεχε «ντζίκ-ντζίκ»
πολύ δυνατότερα, ρωτώντας παντού: «Εχ'ς φλοέρες; Εχ'ς
φλοέρες; Εχ'ς φλοέρες;» ... Ζύγωσε σ' ένα από τα πολλά
αργαστήρια που πουλούσαν φλογέρες... και κοίταξε απ' έξω
λογιών φλογέρες, Και τι δεν έχε μέσα εκείνο τ' αργαστήρι!
Φλογέρες μακριές - τζαμάρες - και φλογέρες μέτριες, φλογέρες
πλατιές και φλογέρες στενές, φλογέρες πλατόμακρες και
φλογέρες στενόμακρες, φλογεροπούλες και φλογερούλες, φλογέρες
ξύλινες, φλογέρες σιδερένιες - από λαμνί τουφεκιού - και
φλογέρες κοκαλένιες απ' αητοκόκαλο, φλογέρες διπλές με
τσαμπούνα, φλογέρες πλατιές από κάτω σαν κλαρινέτα, και
φλογέρες μ' ασκί - ασκαύλι. Κι όχι μια ή δυο από το κάθε
είδος, αλλ' από πενήντα, εκατό, και παραπάνω ακόμα. Και
δεν πουλούσαν μοναχά φλογέρες εκεί πέρα αλλά και κλίτσιους
για τες κλίτσες, ξύλινους, σκαλιστούς, σιδερένιους, χαλκοποτισμένους
και μπρουζένιους, καρδάρες και καρδάρια, καρδαρόπουλα
και καρδαρούλια, κουμπλίτσες και κουμπλίτσια, κούτλους
και κουτλόπουλα, ντρομπολίστες και μπάτζους, κάδες και
καδοπούλες, καύκες και καυκούλες, καυκιά και καυκούλια,
σκάφες και σκύφους, χουλιάρες και χουλιάρια και κουτλοχούλιαρα,
βαρέλες και βουτσέλες, βουτσέλια και βουτσελόπουλα, όλα
ξύλινα, κι όλα από κέδρο, έλατο, πεύκο, πυξάρι ή σφοντάνι,
κουλούρια για κουδούνια και κουλούρια για κύπρους, κουδούνια
και κουδούνες, λαμπροκούδουνα και τροκάνια και τσιοκάνια,
κύπρους και κυπριά, κύπρους μακριούς και κύπρους κοντούς,
κύπρους μακρόπλατους και κύπρους κοντόπλατους, κύπρους
στενόμακους και κύπρους κοντόστενους, κύπρους μονούς και
κύπρους διπλούς και κύπρους τριπλούς, που δεν μπορούσαν
να τους σύρουν παρά τριανταοκάρικοι τράγοι. Βλέποντας
όλ' αυτά τα πράγματα ο Κουτσογιάννης άραξε, παραλόγησε,
παρατόρησε, δεν ήξευρε τι ναειπεί, δεν ήξευρε τι να ζητεί.
...
... «Διάλεξε τώρα όποια σου αρέσει!»
είπε ο άγνωστος τσιέλεγκας του Κουτσογιάννη. Ο Κουτσογιάννης
ρίχτηκε αμέσως στο διάλεγμα. Δοκίμασε τη μιά, δοκίμασε
την άλλη, τες πέρασε όλες από τα χείλια και στο τέλος
κράτησε μια, αλλά το μάτι του έμεινε καρφωμένο σ' όλο
εκείνο το δεμάτι. «Πόσο, ωρέ, την κάν'ς τη φλοέρα;», ρώτησε
ο τσιέλεγκας. «Τρία γρόσια», απολογήθηκε το παιδί. «Δός
του, κουμπάρε, εκατό παράδες», είπε ο τσιέλεγκας του Κουστογιάννη,
«κι ας λέει αυτός τρία γρόσια. Εδώ στα Γιάννινα όλο και
το παραπάνω γυρέυουν. Μας γδύνουν αν δεν ανοίξουμε τα
μάτια μας!» ...
...
«Ώωωωωρε Κώσταααα! Ώωωωωρε Κώστααααα!»
Αλλά πού Κώστας! Άφαντος ο Κώστας ! Τότε πλειά ο θυμός
του ξεχείλισε και τα μάτια του πλημμύρησαν από τα δάκρυα,
γιατί νόμιζε ότι αιτία, που δεν τον άκουε ο ξάδερφός του
ο Κώστας, ήταν ο θόρυβος κι η οχλοβοή του παζαριού, και
ξεφώνησε: «Σώπα, μωρή παζάρα του διαόλου, να μ' ακούσει
ο Κώστας!» Αλλ' ο θόρυβος κι η οχλοβοή εξακολουθούσαν
αδιάκοπα κι αναίσθητα στον πόνο του Κουτσογιάννη. Τότε
πλειά τότε, θυμωμένος, ιδρωμένος, κουρασμένος, λαχανιασμένος,
βραχνιασμένος, ξελαρυγγισμένος ο Κουτσογιάννης, το παιδί
του λεύτερου και του ανοιχτού αέρα, του λόγγου και των
λακκωματιών, των ραχών και των βουνοπλαγιών, τράβηξε μιά
μεγάλη μούντζα με τα δυο του χέρια ολόγυρά του, λέγοντας:
«Να! Να! Να! Να! παζάρα του διαόλου! Να! Να! Να! Ανάθεμα
τον πατέρα σου!» Και τράβηξε τον ανήφορο. ...»
|