Site hosted by Angelfire.com: Build your free website today!

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

 Τση Κρήτης

Μέσα στου χρυσοκόκκινου του πέλαγους τη μέση
βρίσκετε μια λωρίδα γης που ΚΡΗΤΗ τη νε λέσει

Ούλος ο κόσμος απ' τη μια, η Κρήτη απ' την άλλη. Ο! την παντέρμη ζυγαριά στην Κρήτη γέρνει πάλι Φρόνιμοι και νοικόκυροι  δε  ζουν στον Ψηλορείτη. Οι κουζουλοί την κάνανε αθάνατη την Κρήτη
Ο Κρητικός σαν γεννηθεί το 'χει γραμμένο η μοίρα μπιστόλι να 'χει στη μέση του στα χέρια του τη λύρα Πολλά κοπέλια κάμετε στην ξενιτιά αράδα γιατί ο κάθε Κρητικός είναι και μια Ελλάδα
Από τσι Κρήτης τον μπαξέ θα σας σε μπέψω μπόλι να κάμετε την ξενιτιά ολάνθιστο περβόλι Όπου κι αν πάει ο κρητικός το πάσο του δε  χάνει  για δε  μπορεί ο κάθε εις τον Κρητικό να κάνει
Αϊτέ που κάθεσαι ψηλά πως δε σε πιάνει ζάλη οντε γυρίζεις και θωρείς τση Κρήτης μας τα κάλλη Όπου κι αν πάω θα κρατώ χώμα απ' τον Ψηλορείτη να το σκορπίζω να γενεί ούλος ο κόσμος Κρήτη
Στο κάθε φύλλο τση καρδιάς τ' όνομα Κρήτη γράφω και το βαστώ περήφανα ως τε να μπω στον τάφο Κρήτη διαμαντοστόλιστη κλίνω πιστά το σώμα και προσκυνώ ευλαβικά το ιερό σου χώμα

 Του Έρωτα

Απόψε σ' είδα  στ' όνειρο χαρώ το τ' όνειρό μου
πως ήταν τα χεράκια σου καδένα στο λαιμό μου

 Απ το πρωί η σκέψη μου στην πόρτα σου απόξω
μα βράδιασε και δεν μπορώ να την αναμαζόξω
Ήθελα να γινόμουνα εις τη καρδιά σου αίμα 
να μη μπορείς ούτε στιγμή να ζεις χωρίς εμένα 
Εγώ 'μαι τ 'όμορφο πουλί που στην φωτιά σιμώνω
καίγομαι στάχτη γίνομαι μα πάλι ξανανιώνω 
Στα χέρια σου 'χεις δυο κλειδιά πάνω και κάτω κόσμου και θέλω το' να από τα δυο και όποιο θέλεις δώσ' μου
Θάλασσα απ όλα τα νερά και τα ποτάμια πίνεις
πιες τα δικά μου δάκρια πλατύτερη να γίνεις
Σαν εκκλησιά στην έρημο που δεν την λειτουργούνε ετσά ναι κείνος π' αγαπά και δεν τον αγαπούνε
Όσες πληγές μου άνοιξες μικρή μου αν θυμάσαι
να γίνουν τριαντάφυλλα απάνω να κοιμάσαι
Όλοι 'χουν εικονίσματα και προσκυνούν απάνω
μα 'γω στα μάτια σου τα δυο την προσευχή μου κάνω
Εγώ 'μαι που κοιμήθηκα ολόγυμνος στο χιόνι
μα 'χα τσ' αγάπης την φωτιά κοντά να με πυρώνει
Μην αγαπάς ποτέ καρδιά που εύκολα  αγάπη δίνει
γιατί 'ναι σαν την αστραπή που μόλις άψει σβήνει

 Παροιμίες

Δεν είναι πράμα πως περνά ο ποντικός από τα γένια σου 
μόνό πως κάνει στράτα και περνούν κι άλλοι

Η γρα κάνει εκατό να πιάσει στο χορό, και διακόσα να σκολάσει

Αν πηγαίνω σιγά σιγά με φτάνει ο διάολος, 
κι αν βιάζομαι τον νε φτάνω.

’λλα λέεις τση κνυσάρας κι άλλα κνυσαρίζει 'κείνη. Βοήθα μου Αϊ Γιώργη μου, σειέ και συ τα πόδια σου
Γάιδαρος ειν' ο γάιδαρος αν βάλει και τη σέλλα Δέρνε το φτωχό, μα θώριε και το δίκιο του
Αν καλοβόσκω χουμά πίνω, κι αν κακοβοσκω χουμά πίνω Απ' αφρουγκάζεται καλά όμορφα κουβεδιάζει
Απής γεράσει το δεντρί ξεράδια δεν του λείπουν Δείρε τον κακό να γενεί χειρότερος
Δυο κεφαλές σ' ένα φέσι δεν χωρούνε Ηγούγια ντου του κοτσιφού απού μαδή η ορά ντου
Ένα οζώ ψωριάρικο ψωριάζει το κουράδι Η καλή νοικοκερά είναι δούλα και κερά
Καλιά 'χω σήμερο τ' αυγό παρά ταχυά την όρθα Κατά τα ρούχα, πέμπει ο Θεός τη κρυγιότη
Απού τα ύστερα μετρά, πάντα 'ναι κερδισμένος Κακή μοίρα έχεις άντρα μου, ούλοι 'πνιγήκανε και σύ εγλύτωσες
Μηδέ γάμος χωρίς κλάμα μηδέ μνήμα χωρίς γέλιο Να 'ταν το σημισιακό καλό, θε να κάνουν και τη γυναίκα

Αετοφωλιές   Μαντατοφόρος   Οδύσσεια   Ιλιάδα   Ησίοδος   Μαθητής  Χάρος   Γιώργης   Τα Νέα μας  Ριζίτικα   
Παρατσάφαρα του Γιώργη

 Home